ΒΙΒΛΙΑ


                            ΔΙΑΤΤΟΝΤΕΣ…

Διάττοντες!... 
Χαράξατε την φωτεινή γραμμή σας
πάνω στον ουρανό,
και σβήσατε
πριν προλάβουμε να κάνουμε μιάν ευχή..

Αγαπημένοι μας…
Περάσατε από την ζωή μας
πριν σας προλάβουμε...
Η τόσο σύντομη τροχιά σας χαράχτηκε
πάνω στην καρδιά μας,
φωτεινή πληγή…

Τώρα πιά,
στη χούφτα μας έχει απομείνει
ένα αποκαΐδι αστρικής ύλης
που ακόμα μας καίει την ψυχή…
Αχ!... Ας ήταν να φέγγατε ακόμα λίγο…
Σας χρωστάμε…
Σας χρωστάμε ακόμα λίγη αγάπη...



                         ΕΙΣΑΓΩΓΗ  

   Εκείνη η φθινοπωρινή μέρα του 2010, μπορώ να πω ότι άλλαξε την μέχρι τα τότε στάσιμη ζωή μου. Συνταξιούχος πιά, νόμιζα ότι είχα τελειώσει από κάθε συγγραφική δραστηριότητα. Ό,τι είχα γράψει παλιά, έμενε καταχωνιασμένο μέσα στη λήθη του χρόνου, και πέθαινε μέσα στην υγρασία της αποθήκης του υπογείου της πολυκατοικίας. Κάποτε, όταν θα έφτανε το τέλος, αυτοί που θα καθάριζαν την αποθήκη θα πέταγαν στον τενεκέ της ανακύκλωσης το σύντομο έργο μιάς ζωής, έργο που είχε τελειώσει τόσο άδοξα καθώς απο πολύ νωρίς η αλλοτρίωση με έβγαλε από τους λαμπρούς δρόμους των πνευματικών αναζητήσεων για να με οδηγήσει στους θολούς δρόμους της αναζήτησης των υλικών. Η ανάγκη σκότωσε το ταλέντο μου, το μάρανε, το απώθησε σε δαιδαλώδεις διαδρόμους του μυαλού μου. Η ανώμαλη ζωή μου με τις αλλεπάλληλες αλλαγές επαγγελμάτων, πήρε την όποια έφεσή μου περί τα συγγραφικά, και την πολτοποίησε…
   Εκείνη την ημέρα, λοιπόν, γνώρισα ένα κοριτσάκι. Ήταν η Μύρτις. Ήταν η μικρή  Αθηναία που η κακή της μοίρα της στέρησε την ζωή, καθώς πέθανε από τον λοιμό της Αθήνας, τον δεύτερο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Όταν βρέθηκε το κρανίο της μέσα σ’ έναν ομαδικό τάφο στον Κεραμεικό, προξένησε το ενδιαφέρον επιστημονικής ομάδας με επικεφαλής τον καθηγητή Μανώλη Παπαγρηγοράκη, που ύστερα από τις πρώτες εξετάσεις και συμπεράσματα κατέληξε στην απόφαση να αναπλάσει το πρόσωπο της αρχαίας κόρης. Το αποτέλεσμα υπήρξε εκπληκτικό. Τώρα πιά η μικρή Αθηναία είναι πασίγνωστη, καθώς έχει πάρει σβάρνα τα Μουσεία. Όταν βρισκόταν στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, πήγα με την γυναίκα μου να την δω, και κατά ευτυχή συγκυρία, έπεσα πάνω στην ξενάγηση από τον ίδιο τον δημιουργό, ο οποίος πολύ γλαφυρά εξηγούσε τα του έργου του. Στο ακροατήριο υπήρχαν πολλά παιδιά. Πρόσεξα την έκφρασή τους, καθώς παρακολουθούσαν έκθαμβα την ξενάγηση. Και τότε το βλέμμα αυτών των παιδιών μου έδωσε την έμπνευση: «Τί θα μπορούσε να πει σ’ αυτά τα παιδιά η Μύρτις; Πώς θα τους περιέγραφε άραγε την σπουδαία  εποχή μέσα στην οποία έζησε; Τί θα τους έλεγε για τα τραγικά γεγονότα που  οδήγησαν στον πρόωρο χαμό της;». Μόλις γύρισα σπίτι, έπεσα με τα μούτρα στο γράψιμο, και πολύ γρήγορα ζωντάνεψα την Μύρτιδα, που μέσα από τις σελίδες του γραφτού μου οδηγούσε τους αναγνώστες πότε στα Μουσεία, πότε στον Παρθενώνα, πότε στην Αγορά, πότε στο Θέατρο, πότε στις γιορτές της Αθήνας. Έκανα μερικά αντίγραφα και τα έστειλα σε φίλους. Επακολούθησαν εγκωμιαστικά σχόλια. Ιδιαίτερα  ευνοικά ήσαν τα σχόλια του καθηγητή, που -βέβαια-  ήταν από τους πρώτους που έλαβε το χειρόγραφο.
    Αυτό το εγχείρημα μου άνοιξε την όρεξη. Κατέβηκα στην αποθήκη και βρήκα όλα τα παλιά μου γραφτά. Ήσαν ποιήματα, διηγήματα, και μερικές σκόρπιες σημειώσεις. Στάθηκα ιδιαίτερα στα διηγήματα. Μιλούσαν για διάφορους λούμπεν τύπους της τότε εποχής. Και ξαφνικά, είδα ξάστερα ότι η εποχή των λούμπεν ξαναγύρισε, και ότι τα ξεχασμένα εκείνα γραφτά ήσαν απολύτως επίκαιρα. Τα καθαρόγραψα και τα διόρθωσα όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Όμως κάτι με βασάνιζε. Όλα αυτά τα έργα ήσαν παλιά. Θέλησα να δοκιμάσω αν έχει μείνει μέσα μου κάποια μικρή φλόγα από αυτά τα πρώτα νεανικά μου σκιρτήματα. Βέβαια, η «Μύρτις» ήταν κάτι το διαφορετικό. Έψαχνα μιά ιστορία, ένα θέμα. Κάτι στριφογύριζε στο μυαλό μου, όμως ξεκινούσε κι αυτό από πολύ παλιά. Κατέληξα σε μιά ιστορία, που μπορεί να φαίνεται εγωκεντρική. Όμως, είναι κάτι σα μνημόσυνο μιάς εποχής που σημάδεψε την ζωή μου. Είναι τόσο έντονη η παρουσία γύρω μου των άλλων ανθρώπων, που νομίζω βάζει σε δεύτερη μοίρα την προσωπική μου μυθολογία. Ειδικά, είναι κάτι σαν μνημόσυνο για έναν άνθρωπο που του χρωστάω τόσα και τόσα. Έναν άνθρωπο που τελικά τον κληρονόμησα… Έναν άνθρωπο που με έκανε πλούσιο…
   Είναι δυό ιστορίες, ενός μικρού κι ενός μεγάλου, καθώς προχώρησαν παράλληλα μέσα σε ταραγμένους καιρούς, ως που ο μικρός μεγάλωσε και προχώρησε μόνος μέσα στην απλή αλλά και συντριπτική καθημερινότητα. Μια καταγραφή σπαραγμάτων μνήμης, ένα ψυχογράφημα ενός ανθρώπου που πέρασε έτσι, σα διάττοντας από αυτή τη ζωή, και φώτισε την δική μου με το φώς της αστείρευτης ανθρωπιάς που κουβάλαγε μέσα του. 
   Δίπλα από τον αστερισμό αυτόν του «καμπούρη» και του «ορφανού», στριφογύρισαν άλλα άστρα, που αφού η τροχιά τους  βρέθηκε  τόσο κοντά στο δικό τους, τον προσπέρασαν και  χάνονται πια μέσα στη λήθη του χρόνου. Αστέρια που απομακρύνονται με κοσμικές ταχύτητες, και το φώς τους σβήνει και χάνεται. Σε αυτά τα αστέρια θέλησα να δώσω λίγο φώς,  να φέξουν για λίγο, για μια τελευταία φορά, πριν γίνουν μαύρες τρύπες και χαθούν οριστικά μέσα στην ανυπαρξία του τίποτα…
   
                                    Ο  «ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΣ»
                                          (Αντί  προλόγου)
    Η Αθήνα ήταν κάποτε μικρή. Ένα μεγάλο χωριό. Ξεκινούσαμε από το σπίτι μας σε εκείνη την αυλή της οδού Αρίωνος στου ψυρή, και πηγαίναμε μέχρι το Σύνταγμα. Εκεί, κάναμε βόλτες πάνω-κάτω στην πλατεία, από Φιλελλήνων μέχρι Σταδίου, και ξανά μέχρι Φιλελλήνων…

  -Καλησπέρα Θανάση...
  -Γεια σου Μαρίκα…
  -Τί νέα Αποστόλη;
  -Γέννησε η κόρη σου Αντώνη;
   Όλοι μας γνωριζόμαστε, όπως ακριβώς στη βόλτα των χωριών…
   Η πρώτη μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας, είχε γίνει με την μικρασιατική καταστροφή. Τότε είχαν πλημμυρίσει οι πλατείες της πόλης με αντίσκηνα. Κουμουνδούρου, Κλαυθμώνος, Μεταξουργείο. Ύστερα χτίστηκαν τα πρώτα προσφυγικά, και οι ξεριζωμένοι μοιράστηκαν στό Πολύγονο, στην Αλεξάνδρας, στα Σφαγεία, στην Καλλιθέα, στην Κοκκινιά, αλλά και στις πιο μακρινές περιοχές της Αθήνας: Στην Νέα Ιωνία, στη Φιλαδέλφεια, στη Χαλκηδόνα. Το δεύτερο μεγάλο κύμα ήρθε με το τέλος του πολέμου, και κατά την διάρκεια του εμφύλιου. Πολλοί, τότε, εγκατέλειψαν την ύπαιθρο φοβισμένοι από τα γεγονότα. Και όταν άρχισε η «Ανασυγκρότηση», η ανάγκη για  πολλά εργατικά χέρια έφερε τα χωριά στην Αθήνα. Το ακατάσχετο αυτό ρεύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, της  αστυφιλίας, όπως ονομάστηκε, δημιούργησε οικιστικό πρόβλημα εντονότερο και από εκείνο της προσφυγιάς. Η ανάγκη για νέες κατοικίες ήταν επιτακτική. Και τότε βρέθηκε η λύση: Αντιπαροχή… Ήταν η αρχή του τέλους της όμορφης Αθήνας, «πούν’ τα χρόνια κείνα»-. Ο Όθων Λέφας Τετενές νικάει κατά κράτος τον Τσίλερ. Στο τότε ίδρυμα Χατζηκώνστα χτίζεται το πρώτο τέρας, και ακολουθεί σωστή επιδρομή από απρόσωπες πολυκατοικίες…
   Πολυκατοικίες, βέβαια, υπήρξαν και πριν. Τί ήσαν αλήθεια οι αυλές που μέναμε; Οριζόντιες πολυκατοικίες ήσαν. Στις τότε αυλές ήταν μαζεμένος ο πιο ετερόκλητος κόσμος. Οικογένειες φτωχές, οικογένειες λιγότερο φτωχές, και οικογένειες που δειλά-δειλά άρχισαν να ξεχωρίζουν, να καλυτερεύουν τη θέση τους και  να  συγκροτούν αυτό που μεταπολεμικά ονομάσαμε: « Μεσαία Τάξη»… Αλλά και λογιώ-λογιώ άνθρωποι έμεναν στις αυλές αυτές: Μεροκαματιάρηδες, φουκαράδες, μικρέμποροι, χαρτόμουτρα, μάγκες, θρησκόληπτοι, γυναικωτοί, πουτάνες. (Θεέ μου φύλαγε!...) Η διαφορά με τις κάθετες πολυκατοικίες ήταν στο συγχρωτισμό … Άνοιγες την πόρτα σου κι έβλεπες τον απέναντι… Οι ανθρώπινοι ήχοι διάσπαρτοι. Μυστικά δεν υπήρχαν. Ήταν αδύνατον να κρυφτούν. Και λόγω της στενής αυτής επαφής, οι καυγάδες, οι ομηρικοί καυγάδες, ήσαν αναπόφευκτοι. Πότε, «γιατί η βρωμιάρα έρριξε τα βρωμόνερά της στην πόρτα μας», πότε, «γιατί άνοιγε το χαλέ του ο μπεκρούλιακας και δεν ήξερε τι έλεγε», πότε, «γιατί η  ξετσίπωτη απέναντι γδυνόταν και άλλαζε με ανοιχτό το παράθυρο»… Και τότες ήταν πια που όλα τα μυστικά έβγαιναν στη φόρα… Άρχιζαν με τα πιο ανώδυνα:
  -Δεν κοιτάς τα χάλια σου μωρή βλάχα !...
  -Εγώ είμαι βλάχα και το παινεύομαι… Να κοιτάς τα μούτρα σου, που γεννήθηκες στο βόθρο…
…Για να καταλήξουν στα πιο οδυνηρά… Στα σκληρά:
  -Άντε μωρή, που θα πιάσεις τον άντρα μου στο στόμα σου… Δεν κοιτάς τον δικό σου τον μπεκρούλιακα…
   Η βαριά κουβέντα δεν έπρεπε να μείνει έτσι, αναπάντητη…
 -Τον δικό σου να κοιτάς, που τον έπιασαν να τα δείχνει τις προάλλες στον Κήπο!... Όλη η γειτονιά το ξέρει… Μη κοιτάς που δε μιλάει κανείς...
   Το ωραίο είναι ότι μετά από μερικές μέρες όλα ξεχνιούνταν. Ώσπου ν’ αρχίσει άλλος καυγάς…
   Είπαμε πάρα πάνω, ότι μέσα από την μιζέρια των αυλών αυτών ξεκίνησε τα πρώτα δειλά της βήματα η μεσαία τάξη. Με την πρώτη ευκαιρία η οικογένεια που ανέβαινε εγκατέλειπε την αυλή. Μετακόμιζε σε κάποια καλλίτερη περιοχή… Η ζήλεια των υπόλοιπων, τότε, οδηγούσε σε πικρόχολα σχόλια:
  -Μωρέ… Για δες: Οι Θανασάκηδες μετακόμισαν στα Φάληρα… Εμ, βέβαια…όταν χορτάσει η ψείρα, βγαίνει στο γιακά!...
   Στις σημερινές πολυκατοικίες δεν γνωρίζει ο από κάτω τον από πάνω. Μια ξερή «καλημέρα» στο ασανσέρ. Δεν ξέρεις αν ο διπλανός σου πεινάει, αν είναι άρρωστος, αν είναι άνεργος, πολλές φορές τί δουλειά κάνει… Άσε την γειτονιά…Εκεί, ακόμη μεγαλύτερη η αποξένωση…Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν… Προχθές πέθανε ξαφνικά κάποιος νέος, γύρω στα σαράντα… Κουβέντα, τώρα, στο  Μίνι μάρκετ:
  -Ξέρεις ποιος πέθανε ρέ; Ο Νίκος…
  -Ποιος Νίκος;
  -Αυτός ο ψηλός; ο ξανθός με το μουστακάκι;
   …………
  -Αυτός με το κόκκινο Τογιότα;
  -Ααα!...
   «Αυτός με το κόκκινο Τογιότα… Αυτός με το σκυλί το Λαμπραντόρ»…Έτσι γνωριζόμαστε τώρα…
………………………………………………………………………………………………….
   Αλλά ας γυρίσουμε πάλι στη μικρή αυλή μέσα από τη σκουληκότρυπα. Γιατί έτσι είναι. Τόσα χρόνια πέρασαν πια, που χρειάζεται σκουληκότρυπα για να πάμε πίσω. Και σκουληκότρυπα είναι εκείνη η δίοδος στα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας, απ’ όπου περνά κάποιος από τον ένα χώρο στον άλλο, διανύοντας χρονικές αποστάσεις με αστραπιαία ταχύτητα. Ένα ταξίδι στο χωροχρόνο, δηλαδή…
   Στην αυλή λοιπόν εκείνη, δέσποζε ο κυρ Κώστας, ο «Σαραντάπορος». Ήταν ένας παράξενος άνθρωπος γύρω στα 60, που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε φοβερός και τρομερός. Γιατί όντως ήταν πολύ άγριος. Έβριζε τη γυναίκα του: «Μαγκούφα», «Πόρνη», «Άχρηστη», και τα παιδιά του με διάφορα κοσμητικά επίθετα. Τρωγόταν με όλους και με όλα… Σκληρός άνθρωπος. Τον θείο μου τον Χρήστο, τον καμπούρη, που πουλούσε με το βαλιτσάκι του τσιγάρα στην Πλάκα, τον φώναζε: «καμπούρη». Εμένα: «το ορφανό»…
  -Έλα εδώ, ορφανό!... Πάρε αυτό το κατσαρολάκι και πήγαινε να μού φέρεις γάλα από τον στάβλο… Υπήρχε, τότε στάβλος με γελάδια στην οδό Ήβης… ( Το χωριό που λέγαμε;)
   Ήταν σκληρός ακόμη και στις συγκρούσεις του περι τα πολιτικά. Παλιός βενιζελικός, δεν έχανε την ευκαιρία να βρίσει τους πολιτικά αντιφρονούντες: «Είστε καθήκια βρε σεις!»…
   Βέβαια δεν μπορούσε να ξεχάσει τα φοβερά και τρομερά που είχαν συμβεί τότε, με τον Διχασμό… Του λόγου του, μαζί με τον παππού μου τον Θοδωρή, τους είχαν τσακώσει οι βασιλικοί. Τότε, ο αδερφός της γιαγιάς Χαρίκλειας, ο μπάρμπα Βασίλης ο μπαρμπέρης, ανέλαβε να τους ελευθερώσει πριν τους σκοτώσουν… Η κατάληξη των διαπραγματεύσεων είναι χαρακτηριστική της ιδεολογικής φτήνιας των απαγωγέων: ένα βαρέλι λάδι, και… «άστε στα σπίτια σας». (Ευτυχώς οι ελαιώνες της κυρα Κώσταινας στα Γλυκάνερα απέδιδαν κάθε χρονιά μια καλή σοδιά)… Όλα τούτα μου τα διηγήθηκε αργότερα ο μπάρμπας μου ο Βασίλης, που αν παραβλέψω το κούρεμα γουλί που μου έκανε, κατά τ’ άλλα, πολλά του χρωστάω για τις κατά καιρούς εξιστορήσεις του. Και μου είχε πει για πολλά: Για τον Βενιζέλο, για τον πόλεμο στην Κριμαία,(που είχε λάβει μέρος), για τον δικτάτορα Πάγκαλο (που τον κούρευε)...
   Ο κυρ Κώστας ο Σαραντάπορος, χρησιμοποιούσε μερικές φράσεις, που στο παιδικό μου το μυαλό φάνταζαν περίεργες, ακαταλαβίστικες: «Είσαι ένας πόντος εσύ…» ή: «Αυτί και μάτι, μάτι ; ή «Βήχεις-κλάνεις; κλάνεις-βήχεις; Καλά είσαι…». Κι όμως αυτές οι φράσεις αντηχούν ακόμη στο μυαλό μου… Όπως τις εκστόμιζε κατά καιρούς, χωρίς κάποιο προφανή σκοπό…
   Η γυναίκα του, μια αγαθή χωριάτισσα από το Λιόπεσι, είχε μεγάλη προίκα, με χωράφια και λεφτά. Και ο κυρ Κώστας, με τις διασυνδέσεις που είχε με τα Μεσόγεια, έπαιρνε  κάθε χρόνο μούστο και έκανε στο υπόγειο κρασιά. Και ο αθεόφοβος είχε το χού –που λένε-, και το κρασί του ήταν βάλσαμο… Το είχαν μάθει όλοι. Μέχρι και από μακρινές γειτονιές έρχονταν για  κρασί στο σπίτι της οδού Αρίωνος, που  είχε και  ταμπέλα  απ’ έξω:  «ΡΕΤΣΙΝΑ ΜΕΣΟΓΕΙΩΝ Ο ΣΑΡΑΝΤΑΠΟΡΟΣ»…
   Αλλά γιατί «Σαραντάπορος»;
   Θυμόσαστε τον Θερναδιέρο των «Αθλίων» που κάθε τόσο μιλούσε για τη μάχη του Αούστερλιτς; Ε, λοιπόν, ο κυρ Κώστας είχε πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους. Είχε λάβει μέρος στη μάχη του Σαραντάπορου, και από τότε η κάθε κουβέντα του περιστρεφόταν γύρω από αυτό:
  … «Που λέτε, στο Σαραντάπορο»…
   Έτσι, η γειτονιά-πολύ δεν ήθελε-του κόλλησε το παρατσούκλι ο «Σαραντάπορος», κι όλοι πια τον ήξεραν έτσι. Για την ιστορία: Το πραγματικό του επώνυμο ήταν «Ματθαίος»…
 …………………………………………………………………………………………………
      Εκείνο το απόγευμα του Απρίλη του 1946, ο Σαραντάπορος είχε φύγει από νωρίς από το σπίτι του. Επειδή ο κόσμος του ήταν αυτή η αυλή και τα βαρέλια του, συνήθως δεν έλειπε, αλλά και αν το έκανε θα ήταν για λίγη ώρα μόνο… Τώρα, είχε βραδιάσει -περασμένες οκτώ- και ακόμη δεν είχε εμφανιστεί. Τα παιδιά του είχαν αρχίσει να ανησυχούν, και όταν η ώρα έφτασε εννιά ξαμολήθηκαν να τον βρουν και άρχισαν να ρωτούν τον κόσμο, μήπως και τον είχε δει κανείς. Τελικά, κάποιος γείτονας  είπε στην Τασία, την κόρη του Σαραντάπορου, ότι είχε δει τον κυρ Κώστα, κάπου κοντά στα Ανάκτορα…
   Εκείνη την μέρα του Απρίλη του 1946, οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα, γιατί εκείνη την ημέρα, ο βασιλιάς Γεώργιος είχε αφήσει την τελευταία του πνοή στα Ανάκτορα. Η Τασία το αποφάσισε: Αν ήταν σωστή η πληροφορία εκείνου του ανθρώπου, θα έπρεπε να πάει να το διαπιστώσει. Ντύθηκε βιαστικά-βιαστικά, κι ενώ τα αγόρια είχαν χωριστεί κι  έψαχναν ακόμη, (κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν τότε), ανέβηκε στο δωμάτιο της αδερφής της, της Ελένης, που υποφέροντας  από τον χρόνιο βασανιστικό της πονοκέφαλο ήταν ανίκανη να την συνοδεύσει. Η Τασία ήθελε παρέα. Και ξαφνικά το σκέφτηκε:  "Ο Δημητράκης»… Ο «Δημητράκης», εγώ δηλαδή, μόλις άκουσα την Τασία να με φωνάζει « για να πάμε βόλτα», κατέβηκα δυό-δυό τα σκαλοπάτια της σκάλας που οδηγούσε στο δωμάτιο που έμενα με τον θείο μου τον Χρήστο. Πολλές φορές η Τασία με έπαιρνε μαζί της για βόλτα. Ήταν για μένα, η «βόλτα», μια λέξη μαγική, και όποτε έβλεπα την Τασία έτοιμη για έξω, πρώτος και καλλίτερος την ακολουθούσα σα σκυλάκι μέχρι την εξώπορτα. Εκείνη δεν ήταν πάντα διαθέσιμη. Έβγαινε και μόνη της. Σήμερα που το σκέφτομαι, τίποτα ραντεβουδάκια, τίποτα ψώνια στην Ερμού, τέλος πάντων δε με ήθελε πάντα μαζί της. Για να με ξεφορτωθεί λοιπόν, μόλις φτάναμε στην πόρτα, γύριζε σε μένα: «Δημητράκη, παιδί μου, πήγαινε στην Ελένη και ζήτα να σού δώσει τον κρατητήρα»… Εγώ μπέρδευα τον κρατητήρα με το ομόηχο αναπτήρα, και ως που να πάω στην Ελένη η Τασία είχε εξαφανιστεί… Ήταν ένα αποτελεσματικό κόλπο της Τασίας αυτό, που αν και επαναλαμβανόταν ταχτικά, εγώ με το απο-νήρευτο παιδικό μου μυαλό, έπεφτα πάντα στη λούμπα…
  -Δως μου  το χεράκι σου Δημητράκη!...
   Ακόμη θυμάμαι το πόσο μού άρεσε να με κρατούν από το χεράκι. Πάντα ασκούσε πάνω μου μια περίεργη γοητεία αυτό το: «χεράκι»…
   Ανηφορίσαμε το γνωστό χιλιοπατημένο δρόμο της Ερμού. Περάσαμε την Καπνικαρέα, ( Η Τασία μου είπε πάλι εκείνη την χιλιοειπωμένη ιστορία με τους Γερμανούς, που καθώς μεθυσμένοι έρχονταν με φόρα από το Σύνταγμα, έπεφταν πάνω στην μαντρούλα της εκκλησίας με τα αυτοκίνητά τους), περάσαμε την πλατεία, και κάποτε φτάσαμε στην Ηρώδου του Αττικού, στα Ανάκτορα…
   Την στιγμή που φτάναμε στην κεντρική πύλη πέφτουμε επάνω στον Σαραντάπορο, που έβγαινε από τα Ανάκτορα. Περπατούσε ευθυτενής. Στο κεφάλι του είχε τυλιγμένο ένα μαύρο μαντήλι σε ένδειξη πένθους… « Τον είδα… μας είπε. Είδα τον πεθαμένο βασιλιά»!...
   Τι είχε συμβεί; Αφού από νωρίς το απόγευμα έκανε αμέτρητες βόλτες γύρω από τα Ανάκτορα, ο επικεφαλής της φρουράς εντυπωσιάστηκε και τον πέρασε μέσα… Έτσι, ο φοβερός βενιζελικός κατάφερε να εισχωρήσει στα Ανάκτορα, να δει τον νεκρό Γεώργιο, και να κεραστεί με δυό ελίτσες, ένα σταρένιο παξιμαδάκι της παρηγοριάς, κι ένα ποτηράκι κρασί…
   Έτσι ήταν τότε η Αθήνα. Μικρή. Ο ένας γνώριζε τον άλλο… Έτσι ο γείτονας  είδε τον Σαραντάπορο έξω από τα Ανάκτορα …Ο ίδιος, ο Σαραντάπορος, ήταν όπως είπαμε ανάποδος, παράξενος, αλλοπρόσαλλος. Δεν μίλησε ποτέ για την εμπειρία που είχε, ή για το τί τον  είχε σπρώξει να πάει εκείνο το απόγευμα στα Ανάκτορα… Το μόνο σχόλιο  που έκανε ήταν: «Μωρέ, κοτζάμ Παλάτι και να έχουν τέτοιο κωλόκρασο!... Κρασί ήταν αυτό; Ή δηλητήριο;»
   Αυτός ήταν ο Σαραντάπορος, αυτή ήταν η αυλή που μέναμε τότε, αυτή και η Αθήνα… Τότες που κάναμε βόλτες στο Σύνταγμα πάνω-κάτω, τότες που παίζαμε κρυφτό στο Ηρώδειο πριν αναστηλωθεί, τότες που κάναμε σκαλομαρία στα τράμ… Και τότες που παίζαμε στον ανοιχτό Κεραμεικό ανάμεσα στα μνημεία, μες την ευωδιά των αγριολούλουδων πού κάθε άνοιξη ξεφύτρωναν μέσα από τις γούβες των αρχαίων μαρμάρων… 
                                         Ο  ΧΡΗΣΤΟΣ   Ο  ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ 
    Γράφοντας για τον «Σαραντάπορο», ανέφερα ακροθιγώς τον Χρήστο τον καμπούρη. Αν, όπως γράφω, ο Σαραντάπορος δέσποζε σ’ εκείνη την αυλή της Αρίωνος 8, ο θείος μου ο Χρήστος, αδερφός της μάνας μου, δέσποσε στη ζωή μου. Την σημάδεψε… Γιατί όντας εγώ ορφανός από 2 χρονών, δεν γνώρισα άλλους κοντινότερους συγγενείς εξόν από τον Χρήστο και τα άλλα δύο αδέρφια της μάνας μου. Τον Αντώνη και την Καλλιόπη,-την θεία την Πόπη-, για τους οποίους θα μιλήσω κάποια άλλη φορά. Εδώ θα μιλήσω γι αυτόν που έζησα μαζί του στα νηπιακά μου χρόνια, χρόνια της  αυγούλας μου ζωής, που λέει και ο ποιητής.* Θα μιλήσω για τον θείο μου τον Χρήστο…
    Η Γιαγιά Χαρίκλεια είχε έξη παιδιά. Το ένα από τα αγόρια ήταν ο Χρηστάκης. Όντας ραχιτικός εκ γενετής, καμπούρης όπως λεν τους ραχιτικούς, ήταν το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας του Θοδωρή Μπαλή. Όλο το Μπαλαίικο αποτελείτο γονιδιακά από καλούς ανθρώπους. Όμως ο Χρήστος ήταν μακράν μπροστά, σε πείσμα του κανόνα που θέλει τους σακάτηδες κακούς. Πονόψυχος, γλυκομίλητος, ανίκανος να κάνει κακό σε κανένα. Αντίθετα, βοηθούσε όσους  είχαν την ανάγκη του, και απ’ όσο θυμάμαι, ποτέ δεν έπαψε να βοηθάει συγγενείς και φίλους…
 *Ο Μιλτιάδης Μαλακάσης Στο ποίημα: « Ο Τάκη- Πλούμας».
   Η δουλειά του ήταν ταπεινή. Είχε μιάν αναπηρική άδεια, (αυτή που την έσκισα κάποτε …παίζοντας και την έκανα φύλλο και φτερό), και πουλούσε με το βαλιτσάκι του τσιγάρα στους εμπόρους της Ερμού την ημέρα, και τα βράδια στις ταβέρνες της Πλάκας.
   Το τί έβγαζε αυτή η βαλιτσούλα!... Με αυτήν βοήθησε την μάνα μου, τ’ αδέρφια του, και άλλους στο σόι μας. Με αυτήν με μεγάλωσε. Μέχρι και  σε  ιδιωτικό σχολείο με έστειλε: «Βέβαια!...Στου Κωνσταντέα!...στο Αστεροσκοπείο…», καμάρωνε ο Χρηστάκης…
   Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον θάνατο της μάνας μου σε ηλικία 21 χρονών, εκείνες τις φοβερές μέρες των Δεκεμβριανών. Η περιοχή του Ψυρή είχε καταληφθεί από  την ΣΤ’ Πολιτοφυλακή της Αθήνας, και οι  κομμουνιστές περιφέρονταν στους δρόμους της συνοικίας. Αυτό η μάνα μου δεν το άντεχε. Μοναδική εξαίρεση στην οικογένεια-όλοι οι άλλοι ήσαν Βενιζελικοί- η Αγγελικούλα ήταν Βασιλική. Πάντα είχε τάση για μεγαλεία. Ήταν λίγο παλαβιάρα, όπως αργότερα μου την περιέγραψε η θεία μου η Καλλιόπη, η αδερφή της. Είχε όμως πολλά ταλέντα. Είχε μάθει μόνη της κιθάρα, έκανε διάφορα χειροτεχνήματα. Χώρια που είχε και καλπάζουσα φαντασία: «Να σκεφτείς πως μού έλεγε- θυμάται τώρα η Πόπη- ότι θα έρθει κάποτε η μέρα που οι άνθρωποι θα τηλεφωνούν και θα βλέπουν ο ένας τον άλλον όσο μακριά κι αν βρίσκονται» (!!!) …
   Οι κομμουνιστές, λοιπόν, περιφέρονταν στους δρόμους, και η μάνα μου πάθαινε ναυτία. Και όταν πια   καλούσαν με τα χωνιά τον κόσμο σε εξέγερση, το ποτήρι ξεχείλισε.  Η αντίδρασή της ήταν άμεση: Έβγαινε στην εξώπορτα και… τους έβριζε. Ήταν και μια γειτόνισσα με την οποία είχε μπλέξει σε άγριο καυγά,- από αυτούς που περιγράφω στο προηγούμενο κεφάλαιο  για τον «Σαραντάπορο»-, και που την κατήγγειλε ότι ανήκε στην Ειδική Ασφάλεια (!), δεν χρειάστηκαν περισσότερα… Κάποια μέρα, στις 27 του Δεκέμβρη, την τρίτη μέρα των Χριστουγέννων, την κάλεσαν από την Πολιτοφυλακή  «για μια μικρή ανάκριση», και από τότε τα ίχνη της χάθηκαν…
   Όταν τέλειωσαν τα Δεκεμβριανά, ο κόσμος έμαθε για τις εκτελέσεις και για τον τόπο των εκτελέσεων κάπου στο Περιστέρι. Και όταν ξεθάφτηκαν και οι νεκροί και άρχισε η θλιβερή και μακάβρια διαδικασία της αναγνώρισης, έτρεξε και ο καημένος ο Χρηστάκης επι τόπου… Βρήκε την αδερφή του σε κατάσταση αποσύνθεσης… Αυτό το τραγικό γεγονός στοίχισε στο θείο μου, που, τώρα πια, από δημοκρατικός έγινε σφοδρός πολέμιος των Αριστερών. Ήσαν οι μόνοι που έβριζε, και πάλι με μια βρισιά ήπια, και που ήταν η μοναδική που εκτόξευε όταν είχε κάποιον λόγο να το κάνει: «Ρουφιάνοι!...». Άλλη βρισιά δεν ήξερε. Ποτέ δεν τον άκουσα να βλαστημάει ή να μιλάει  απαξιωτικά ή υβριστικά για κάποιον. Εξαίρεση ήταν ο… Στάλιν. Όταν οι «έξυπνοι» τον ρωτούσαν: «Και τι θα του κάνεις του Στάλιν ρε Χριστάκη;», « Θα του ξεριζώσω το μουστάκι τρίχα- τρίχα», απαντούσε ο αγαθός αυτός άνθρωπος…
   Πολύ αργότερα, κάποια Χριστούγεννα του 1963, (υπηρετούσα τότε στο 519 Τάγμα Πεζικού στη Δράμα),με βρήκαν να μαζεύω τα χειρόγραφά μου καθώς είχε έρθει η μετάθεσή μου για την Αθήνα όπου θα πήγαινα εκπαιδευτής στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Βαρέων Όπλων. Ήμουν αποσπασμένος στο γραφείο του Ταγματάρχη Αμανίτη. Σκαλίζοντας λοιπόν το συρτάρι, βρήκα ένα βιβλιαράκι με διάφορα κείμενα και σχετικές φωτογραφίες σχετικά με τα Δεκεμβριανά. Υπήρχαν και καταστάσεις με ονόματα πολιτών «προς εκτέλεσιν», καθώς και η αιτιολογία της ετυμηγορίας. Και εκεί, σε μια φωτοτυπημένη κατάσταση με επτά ονόματα, βρήκα και το όνομα της μάνας μου: «Αγγελική Μπούκουρα. Ναυάρχου Αποστόλη 6. Ειδική Ασφάλεια. Επρόδωσε δικούς μας»… Έσκισα την σχετική σελίδα και την πήρα μαζί μου. Δυστυχώς αυτό το ντοκουμέντο το έχασα αργότερα σε κάποια από τις πολλές μετακομίσεις μου…
   Όταν τέλειωσα με τον «Σαραντάπορο» και ξαναχώθηκα στα παλιά μου κείμενα, βρήκα στο περιθώριο κάποιου γραφτού μου, τον τίτλο του σχετικού βιβλίου που χρόνια και χρόνια έψαχνα από παλαιοπωλείο σε παλαιοπωλείο. Μπήκα στο διαδίκτυο και βρήκα τη σχετική έκδοση την οποία έσπευσα να την αγοράσω. Και να την πάλι η ίδια σελίδα με την θλιβερή λίστα. Συγκλονίστηκα. Ήξερα βέβαια όλη την ιστορία περί το τραγικό αυτό γεγονός, που τότε, σε ηλικία 2 χρόνων, έμελε να καθορίσει όλην την υπόλοιπη ζωή μου. Και τότε, εκεί, μπροστά σ’ αυτήν τη σελίδα, ζωντάνεψε ξαφνικά η μάνα μου, και στη σκέψη μου ήρθε η αγωνία της και όλη η σύντομη πορεία της, από την στιγμή που γράφτηκε αυτή η απόφαση μέχρι την στιγμή του τέλους. Φαντάστηκα, πώς θα κύλησε μπροστά της όλη η σύντομη ζωή της, φαντάστηκα τη σκέψη της να πετάει στο παιδί της, φαντάστηκα και τον φόβο της. Επρόκειτο για εκτέλεση. Δεν επρόκειτο για κάποιο παιχνίδι από αυτά που έπαιζαν με την Πόπη και την Τασία… Ακούμε πολλές ιστορίες για ανθρώπους που εκτελούνται για μιάν ιδέα. Που η τελευταία φράση τους είναι: «Ζήτω η πατρίδα»… Η μάνα μου δεν πέθαινε για κάποιαν ιδέα. Η μάνα μου δεν θα μπορούσε να είναι γενναία… Η μάνα μου πήγε στη σφαγή κυριαρχημένη απο τον απόλυτο φόβο και την απόλυτη αγωνία. Πρώτα απ’ όλα ήταν μάνα. Άφηνε πίσω της ένα παιδί στα δύο του χρόνια… Τί θα γινόταν αυτό το παιδί; Ποιος θα το μεγάλωνε;
   Όμως το παιδί αυτό, που την περίμενε σ’ εκείνη  την αυλή της οδού Αρίωνος 8, και που ποτέ δεν θα την ξανάβλεπε, και που η εικόνα της δεν πρόλαβε να αποτυπωθεί ούτε καν στο αρνητικό φιλμ του εγκεφάλου του, είχε άνθρωπο να το μεγαλώσει… Τον Χρήστο τον καμπούρη…
   Ο πατέρας μου είχε εξαφανιστεί στη Γερμανία. Άλλοι μιλούσαν για ομηρία, άλλοι για εθελοντική εργασία. Ποιος ξέρει τι γινόταν στις σκοτεινές εκείνες εποχές; Έτσι με ανέλαβε ο Χρήστος. Στην αρχή με την Πόπη, αργότερα όταν εκείνη έφυγε για έξω οπου παντρεύτηκε, μόνος του… Ή ανατροφή μου είχε ορισμένες δυσκολίες λαμβανομένης υπ’ όψιν της ειδικής περίπτωσης. Από τη μια η πολύ μικρή μου ηλικία, από την άλλη οι επαγγελματικές υποχρεώσεις του θείου μου, με τα ξενύχτια του στην Πλάκα και η αναγκαστική για πολλές ώρες απομόνωσή μου, έκαναν τους γνωστούς και τους συγγενείς να προτρέψουν τον Χρήστο να με εμπιστευτεί σε κάποιο Ίδρυμα. Εκείνος, δεν σήκωνε κουβέντα: «Τί λέτε βρε που θα κλείσω τον Δημητράκη στο ορφανοτροφείο!»… Η αδυναμία που μου είχε ήταν παθολογική…
………………………………………………………………………………………………….
   Κάποτε εμφανίστηκε και ο Θόδωρος, ο πατέρας μου. Θυμάμαι όλη την σκηνή. Ήμουν τεσσάρων χρόνων, και την θυμάμαι σαν να έγινε πριν από μισή ώρα. Οι θείοι μου πολλές φορές ισχυρίστηκαν ότι αυτά που εγώ λέω τώρα ότι θυμάμαι, ίσως να τα έχω ακούσει από τρίτους… Όμως σ’ αυτή τη σκηνή δεν παίζουν άλλοι. Ήμουν εγώ και ο πατέρας μου…
   Καθόμουν στα σκαλοπάτια της ξύλινης σκάλας που οδηγούσε στο χαγιάτι, όταν εμφανίστηκε μπροστά μου ένας άντρας. Ήταν ψηλός και φορούσε κοντό παντελονάκι, (σαν κι αυτά που βλέπω τώρα στα επίκαιρα της εποχής να φορούν οι Εγγλέζοι και οι Γερμανοί). «Τι κάνεις Δημητράκη;»… «Καλά»… «Η μαμά σου πού είναι;»… «Την σκοτώσανε»…
   Με σήκωσε στα χέρια του, με πέταξε ψηλά, και ύστερα, αφού με κατέβασε, χώνει τα χέρια του στις τσέπες του και μου δίνει μια χούφτα γερμανικά κέρματα: «Νά… Πάρε να παίζεις», είπε και έφυγε…
   Δεν τον ξανάδα…
   Πολύ αργότερα, η θεία μου η Πόπη μου εκμυστηρεύτηκε ότι εγώ, ο Δημητράκης, ήμουν η μόνιμη πηγή εσόδων για τον πατέρα μου… Συχνά-πυκνά ζητούσε από τον Χρήστο λεφτά για να μη… με πάρει. Ο καημένος ο Χρήστος του έδινε λεφτά για να τον αφήσει ήσυχο… « Αν τον πάρεις θα σε σκοτώσω του έλεγε»… Κάτι τέτοια άκουγε ο πατέρας μου, και ο Χρήστος ήταν μόνιμο θύμα εκβιασμού…
   Και ο Χρήστος-πάντα μεγαλόψυχος- μου έλεγε κι αυτός σαν μεγάλωσα, ότι ο πατέρας μου είχε σπουδάσει γεωπόνος και ότι ο παππούς μου ήταν από καλή οικογένεια. «Βουλευτής», μου έλεγε, «βουλευτής του λαϊκού κόμματος»… Ακόμη, μου έλεγε ότι ήταν γυναικάς και έφαγε τη μισή του περιουσία στις γυναίκες. Τα υπόλοιπα τα έφαγαν όταν πέθανε με δόλιο τρόπο οι συγγενείς, αφού έκλεισαν τον Θόδωρο στο ορφανοτροφείο… « Εκεί χάλασε ο αχαΐρευτος … Γι αυτό δεν ήθελα να σε κλείσω σε ορφανοτροφείο»…
  Τώρα πια, σε προχωρημένη ηλικία, διασταύρωσα διάφορες πληροφορίες και έμαθα ότι η οικογένεια αυτή κατήγετο από τα Μαγούλιανα της Γορτυνίας, και ότι ήταν ιστορική, καθώς ο παππούς του παππού μου ήταν γραμματικός του Κολοκοτρώνη και αγωνιστής του 21. Μάλιστα, αφού ερεύνησα περισσότερο, βρήκα το όνομα του Δημητράκη του Μπούκουρα στα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη, καθώς και στα πρακτικά από τη δίκη του… Ύστερα προχώρησα πάρα πέρα: Με τη γυναίκα μου την Αγγελική, πήγαμε σε μια από τις εκδρομές μας, στη Δημητσάνα. Εκεί στη βιβλιοθήκη της ιστορικής πόλης βρήκα έγγραφα που επιβεβαίωναν όσα ήδη γνώριζα. Ύστερα, για να τελειώνω με αυτήν την ιστορία, πήγαμε στα Μαγούλιανα της Γορτυνίας. Ένα χωριό, που θεωρείται-και είναι-το χωριό με το υψηλότερο υψόμετρο στην Πελοπόννησο. Ωραίο χωριό, αλλά έρημο. Μπήκα στη μοναδική ταβέρνα και ρώτησα σχετικά με το όνομα «Μπούκουρας»… «Ου ου ου… Πάνε αυτοί… Δεν υπάρχει πια τέτοιο όνομα εδώ… Νά… Εκεί… Βλέπετε; Αυτά τα δύο μεγάλα αρχοντόσπιτα είναι των Μπουκουραίων… Κάτι γαμπροί τα πήρανε… Άλλαξαν πια τα ονόματα… Δεν έχει και τίποτα γέρους εδώ να τους ρωτήσουμε για περισσότερα… Όλοι έχουν πιά πεθάνει… Να σας ψήσω κάνα λουκάνικο;»… Όχι δεν θέλαμε λουκάνικο. Πήγαμε περπατώντας μέχρι το ύψωμα με τα παλιά πέτρινα σπίτια…Δυστυχώς δεν υπήρχε κανα ξενοδοχείο για να μείνουμε το βράδυ… Κρίμα, γιατί την νύχτα που βγαίνουν τα φαντάσματα, ίσως να ερχόταν ο προπάππους μου καβάλα στο άλογο μαζί με τον Κολοκοτρώνη, καθώς πήγαιναν στην Τρίπολη, ή όταν πάλι έσωζε τον Πλαπούτα που του είχε σπάσει το σπαθί του, σκοτώνοντας τους δυό Τούρκους που τους είχαν επιτεθεί… Ήσαν κάποιες λεπτομέρειες από αυτά που είχα διαβάσει στα απομνημονεύματα των δύο οπλαρχηγών, το πρωί στη βιβλιοθήκη της Δημητσάνας…
  Μπήκαμε στο αυτοκίνητο και αρχίσαμε να κατηφορίζουμε. Πίσω μου άφηνα οριστικά και τον τελευταίο σύνδεσμο με τους προγόνους μου, φανερά στεναχωρημένος. Γιατί όποιος και να ήταν ο Θόδωρος ο Μπούκουρας, ήταν η αιτία που βρέθηκα στη ζωή, ένας διάττοντας κι εγώ ανάμεσα στους πολλούς…
………………………………………………………………………………………………….
    Κάθομαι, τώρα, και θυμάμαι ένα-ένα τα τόσα και τόσα που σημάδεψαν την ζωή μου. Ασήμαντα είναι αλήθεια, αλλά τόσο σημαντικά για μένα.. Από πού να αρχίσω; Τώρα που γράφω αυτό το κομμάτι, συμβαίνει να είναι παραμονή Χριστουγέννων.  Έ… λοιπόν, θα αρχίσω από τις γιορτές…
   Τι κάναμε λοιπόν στις γιορτές;
   Στολισμός στο σπίτι, στα σπίτια, δεν υπήρχε. Ίσως σε λίγα σπίτια στο Κολωνάκι ή στην Κηφισιά. Πολύ αργότερα, όταν έφυγα από την Αθήνα και ήρθα στο Παλαιό Φάληρο, πρωτόειδα χριστουγεννιάτικο δέντρο στα πλούσια σπίτια που πήγαινα να πω τα κάλαντα… Φωτάκια, παραφωτάκια, δέντρα, και τέτοια, μόνο στις βιτρίνες των μαγαζιών υπήρχαν. Μάλιστα τα τότε μεγάλα καταστήματα όπως του Δραγώνα, του Λαμπρόπουλου και το Μινιόν, στόλιζαν παραδοσιακά τις βιτρίνες τους  τόσο εντυπωσιακά, ώστε πολλοί κατέβαιναν στο κέντρο από τις συνοικίες, μόνο και μόνο για να κάμουν χάζι. Λίγοι ήσαν αυτοί που μπορούσαν να ψωνίσουν. Υπήρχε μετά τον πόλεμο μεγάλη φτώχεια στην Αθήνα… Τα δελτία για το ψωμί υπήρχαν ακόμη. Δεν περίσσευαν για πολυτέλειες… Στους δρόμους, εκτός από την οδό Σταδίου, δεν υπήρχαν φώτα και στολίδια. Όλη η εορταστική κίνηση της Αθήνας γινόταν στην οδό Αιόλου. Από τα Χαυτεία μέχρι την Αγία Ειρήνη, η υπαίθρια  αγορά με τους γραφικούς πάγκους της, έδινε τον εορταστικό τόνο στην πόλη…
   Με έπαιρνε, λοιπόν, ο θείος μου ο Χρήστος από το χεράκι, και πηγαίναμε στην οδό Αιόλου, όπου και μου αγόραζε παιχνίδι. Έτσι: Ένα παιχνίδι!... Ήταν πάντα το ίδιο: ένα ντουφεκάκι  που με κάποιο ελατήριο εκτόξευε ένα φελλό…
   Η επόμενη ευκαιρία για αγορά παιχνιδιού, ήταν στο πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο. Μεγάλο και ονομαστό πανηγύρι. Τριγυρίζαμε ανάμεσα στους πάγκους των παιχνιδιών. Ακόμη θυμάμαι την μυρουδιά από την λαδομπογιά που ανάδιναν τότε τα ξύλινα αυτοκινητάκια. Ένα τέτοιο μού αγόραζε ο θείος μου, και εγώ το κρατούσα σφιχτά στο χέρι μου, καθώς συνεχίζαμε να περιδιαβαίνουμε μέσα στο πανηγύρι. Αυτό που με άφηνε πάντα εκστατικό, ήσαν τα θεάματα: Η ασώματος κεφαλή, η χοντρή, οι διάφοροι άνθρωποι με τις αποκρουστικές δυσπλασίες. Τα τραγικά αυτά θεάματα εμπλούτιζαν τότε τα πανηγύρια. Από τα τότε παρουσιαζόμενα έχει μείνει και η φράση: «Είσαι για τα πανηγύρια»… Και από κοντά, ο Τζίμης ο Τίγρης, ο Αρμάος, ο Σαμψών, λαϊκοί «αθλητές», που έκαναν διάφορα νούμερα επιδεικνύοντας την μυϊκή τους δύναμη. Ύστερα έβγαζαν δίσκο, γιατί όπως έλεγαν: «Για να διατηρηθεί τούτο το αθλητικό σώμα χρειάζεται τροφή… Νούς υγειές εν σώματι υγειή». (Έτσι).  Τα όσα ενδιαφέροντα είχε το πανηγύρι της Αγίας Μαρίνας έκλειναν με τις παραστάσεις του Καραγκιόζη…
   Αυτά λοιπόν με τα παιχνίδια μου όταν ήμουν μικρός. Ένα την πρωτοχρονιά, ένα της Αγίας Μαρίνας. Α, ναι… Υπήρχε και ένα ενδιάμεσο, που το αγόραζα απο το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς. Ήταν το παιχνίδι της μιάς φοράς όπως το ονομάζω εγώ σήμερα. Ήταν το «ελικόπτερο»:   Ένα στριφογυριστό σύρμα, που με τον κατάλληλο χειρισμό έδινε κίνηση σε ένα τσιγκάκι σε σχήμα έλικας και το εκτόξευε ψηλά. Μόλις αυτό ανέβαινε στα δέκα μέτρα, το έπαιρνε ο αέρας και κατ’ ευθείαν στα… κεραμίδια. «Πάει να συναντήσει τους γάτους», μου έλεγε χαρακτηριστικά ο θείος Χρήστος. Παιχνίδι για μια χρήση λοιπόν. Πολύ αργότερα, χαζεύοντας σε κάποιο παλιατζίδικο, το βρήκα μέσα σε ένα καλάθι. Θησαυρός!... Το αγόρασα με λαχτάρα… Το έχω σε περίοπτη θέση μέσα σε μια βιτρίνα, μαζί με άλλα παιχνίδια της εποχής: Το ποδοσφαιράκι με τους παίκτες και τις τρυπούλες,  την  μπίλια  και   το  καθρεφτάκι στο  πίσω  μέρος, κάτι πήλινους βόλους, μερικές γκαζές, μια τσίγκινη ροκάνα, ένα χάρτινο τόπι με λαστιχάκι, παραγεμισμένο με πίτουρα… Με αυτά τα παιχνίδια παίζαμε μικροί…
   Από τη ζωή μου με τον θείο μου τον Χρήστο θυμάμαι πολλά πράγματα. Μόνο αποσπασματικά θα αναφερθώ σε μερικές εμπειρίες. Είναι εκπληκτικό, και για μένα αλλά και για όσους τα διηγούμαι, το πώς τα θυμάμαι με τόσες λεπτομέρειες που δείχνουν, ότι όταν τα έζησα χαράκτικαν βαθειά στο μυαλό μου, το οποίο φαίνεται οτι τα ανέλυε και έδινε σ’ αυτά τη σωστή τους διάσταση…
   Όπως προανέφερα, ο Χρήστος ξενυχτούσε κάθε βράδυ πουλώντας τσιγάρα στην Πλάκα. Μόνο μια Κυριακή του έμενε για ξεκούραση και διασκέδαση. Τί κάναμε λοιπόν τις Κυριακές; Ένα από τα αγαπημένα του ήταν να με πηγαίνει βόλτα με τον …ηλεκτρικό. Μοναστηράκι-Αττική, (το τραίνο δεν είχε πάει ακόμη μέχρι την Κηφισιά), και από την Αττική μέχρι τον Πειραιά. Και από εκεί; Πίσω; Όχι δα!... Παίρναμε το τράμ του Περάματος και πηγαίναμε μέχρι το Πέραμα. ‘Ολο το πρόγραμμα δηλαδή. Στο δρόμο μου έδειχνε τα αξιοθέατα: Να… Εδώ είναι τα περιβόλια, εκεί τα αρχαία τείχη του Θεμιστοκλή, πάρα κάτω η Ταραντέλα. «Υπήρχε και η μεγάλη εξέδρα εδώ, μου έλεγε, αλλά οι μπαγάσηδες την χαλάσανε»…
   Άλλες Κυριακές, πάλι, με πήγαινε στο «Σινεάκ», που ήταν στο σημερινό «ΡΕΞ». Μπαίναμε το μεσημέρι και βγαίναμε με το σούρουπο. Η προβολή ήταν ωριαία, επαναλαμβανόμενη, χωρίς καν στο μεσοδιάστημα να ανάβουν τα φώτα. Τον θείο μου, μετά την πρώτη προβολή τον έπαιρνε ο ύπνος. Ο καημένος, ύστερα από τα ξενύχτια της εβδομάδας, έβρισκε ευκαιρία να κοιμηθεί στη σκοτεινή αίθουσα. Και μια Κυριακή, τεσσάρων χρονών τότε, δεν μπορώ να θυμηθώ τί με έκανε να βγω  έξω από το Σινεάκ και να πάρω το δρόμο για το σπίτι. Πώς άραγε θυμόμουν το ζιγκ-ζαγκ αυτό της διαδρομής; Στοά Ορφέως-στοά Ορφανίδου -Στοά Πάππου-Αθηνάς- Ερμού- Αρίωνος, στο σπίτι μας. Εκείνη την ημέρα, όταν ξύπνησε ο Χρήστος, ένοιωσε την μεγαλύτερη λαχτάρα της ζωής του: « Ο Δημητράκης… Πού είναι ο Δημητράκης;». Δεν μπορούσε, βέβαια να φανταστεί τι έχει συμβεί. Κανονικά θα έπρεπε να πάει στην Αστυνομία να δηλώσει την εξαφάνισή μου και να ζητήσει την  βοήθειά της, όμως, ποτέ δεν έμαθα γιατί, αποφάσισε να γυρίσει πρώτα στο σπίτι. Εκεί με βρήκε να στρογγυλοκάθομαι στα σκαλοπατάκια της εισόδου. Πώς αντέδρασε; Μα… με την μοναδική βρισιά που ήξερε: «Βρε ρουφιάνε; Γιατί έφυγες; Και πώς βρήκες τον δρόμο μέχρις εδώ». Τι να του απαντήσω; Ούτε κι εγώ είχα καλά-καλά καταλάβει τι είχα κάνει…
   Μιάς και ανέφερα το Σινεάκ, θα σημειώσω, οτι ένας άλλος κινηματογράφος που με πήγαινε ήταν ο «Κόσμος», στην πλατεία Αγίων Ασωμάτων. Εκεί, γνώριζε τον Δήμο τον εφοριακό, που τον άφηνε να περνάει στην αίθουσα τσάμπα. Εμένα ο Δήμος με αγαπούσε ιδιαίτερα. Όπως έμαθα αργότερα, ήταν κρυφά ερωτευμένος με την μάνα μου πριν αυτή παντρευτεί…
   Τι ταινίες βλέπαμε; Ιδέα δεν έχω. Θυμάμαι όμως ένα έργο: Με είχε πάει να δούμε τον… «Ριγκολέτο». Ήταν το αγαπημένο του. Και ξέρετε γιατί; Πρωταγωνιστούσε ένας καμπούρης. Και ο θείος μου ο Χρήστος ο καμπούρης, που είχε δει το έργο και εγώ δεν ξέρω πόσες φορές,  πάθαινε ταύτιση με τον θλιβερό παλιάτσο, και όταν γυρίσαμε στο σπίτι εκείνη την ημέρα μου είπε: « Είδες τι δύναμη που είχε ο Ριγολέτος;  Έτσι κι εγώ, είμαι πολύ δυνατός. Στήθος μάρμαρο»…
   Α, ρε θείε Χρήστο!...
   Του άρεσε να βγάζουμε εβδομαδιαίες φωτογραφίες. Με πήγαινε λοιπόν στο φωτογραφείο του Λωρέντη στην Ερμού, και ποζάραμε, πότε με το καινούργιο κουστουμάκι που μου είχε πάρει, πότε με κάτι παχνιδάκια που μου είχε στείλει η θεία μου η Πόπη από τη Συρία. Σταματάω για λίγο το γράψιμο, και σκαλίζοντας εκείνες τις παλιές φωτογραφίες, ανακαλύπτω εκείνη που μου τράβηξε κάποιος υπαίθριος φωτογράφος την πρώτη μέρα που πήγα στο σχολείο. Ο αθεόφοβος ο Χρήστος με  πήγε πού νομίζετε; Στα σκαλιά του… Πανεπιστημίου... Και κατεβαίνω και εγώ περήφανος τα σκαλάκια, με την καινούργια μου ποδίτσα, εκείνη την κλασσική καφέ πάνινη σάκα, και ένα σάντουιτς στο χέρι…
   Εκείνα τα χρόνια μετά την απελευθέρωση, η Αθήνα πεινούσε. Ο κοσμάκης έκανε ό,τι μπορούσε για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Και όχι πάντα με τον ορθόδοξο τρόπο. Μη πάει ο νούς σας σε τίποτα ληστείες… Απλές επινοήσεις της στιγμής, απλές απατεωνιές. Θα σας περιγράψω κάτι σχετικό που μου συνέβη, όταν τεσσάρων χρονών παιδάκι τότε, με έστειλε ο Χρήστος να πάρω μισή οκά ζάχαρη από το μπακάλικο του Παρδάλη, στην οδό Αγίου Φιλίππου, δυό βήματα από το σπίτι μας. Μου έδωσε ένα  χαρτονόμισμα των είκοσι χιλιάδων δραχμών, (είκοσι ευρώ σημερινά λεφτά). Και εγώ,  κρατώντας το σφιχτά στη χούφτα μου, ξεκίνησα για τον Παρδάλη. Έφτασα μέχρι την Ερμού. Εκεί στάθηκα, και όπως ήμουν δασκαλεμένος, κοίταξα πρώτα δεξιά και έπειτα αριστερά μη τυχόν και έρχεται το τράμ ή κάνα αυτοκίνητο. (Πράγμα σπάνιο για την εποχή αφού μόνο δυό χιλιάδες αυτοκίνητα κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα). Εκεί λοιπόν που ήμουν έτοιμος να διασχίσω τον δρόμο, με πλησιάζει μια κυρία με ένα μωρό παιδί στην αγκαλιά. «Γειά σου, μου λέει, πώς σε λένε;», «Δημητράκη», της απαντάω.   «Ααα, εσύ είσαι ο Δημητράκης; Και πού πας Δημητράκη;»  «Πάω να αγοράσω ζάχαρη. Με έστειλε ο θείος μου ο Χρήστος». « Ααα, εσύ είσαι λοιπόν ο Δημητράκης. Και πού είναι τα λεφτά σου;». Της δείχνω το εικοσαχίλιαρο: «Να’ το», της λέω με υπερηφάνεια. Και τότε εκείνη: « Άκου Δημητράκη παιδί μου: μου είπε ο θείος σου ο Χρήστος να μου δώσεις τα λεφτά να πάω εγώ να ψωνίσω τη ζάχαρη. Μού είπε να του πάρω και λίγη φέτα, και να την διαλέξω εγώ που ξέρω… Γι’ αυτό τώρα, εσύ να γυρίσεις στο σπίτι»… Γύρισα στο σπίτι χωρίς το εικοσαχίλιαρο και χωρίς την ζάχαρη,  και διηγήθηκα στο θείο μου με το νι και με το σίγμα τί είχε συμβεί. Εκείνος δεν ήθελε πολλά. Κατάλαβε αμέσως…  «Την φουκαριάρα, μονολόγησε, φτωχή  γυναίκα με μωρό παιδί στην αγκαλιά… Χαλάλι της»… Και δε πήγε στην Αστυνομία, όπως τον συμβούλεψε ο Σαραντάπορος, που κατόπιν τούτου απεφάνθη: «Α, ρε καμπούρη. Κορόιδο που είσαι!»… Ο καμπούρης όμως δεν ήταν κορόιδο.  Αντίθετα, ήταν ψημένος μέσα στην πιάτσα από μικρό παιδί. Απλά ήταν πονόψυχος, όπως πονόψυχη ήταν και η μάνα μου. Όπως  μου διηγήθηκε η θεία μου η Πόπη όταν μεγάλωσα, κάποτε μέσα στην κατοχή, ο Χρήστος που έβγαζε καλά λεφτά από τα τσιγάρα, πήγε στα ψαράδικα στη Βαρβάκειο, αγόρασε μαρίδες, και τις έδωσε στην μάνα μου να τις τηγανίσει. Εκείνη τις πήρε, και πήγαινε σπίτι της περπατώντας καμαρωτή-καμαρωτή για το λάφυρο: (Ψάρια στην κατοχή!...). Στη γωνιά του δρόμου την πλησίασε μια γυναίκα με άθλια εμφάνιση, και αυτή με μωρό στην αγκαλιά: «Κοίτα!... Άλλοι πεθαίνουν της πείνας, και άλλοι τρώνε ψάρια!...». Τότε η μάνα μου, κάνει μια έτσι και δίνει την ψαροσακούλα στην γυναίκα: «Νά, πάρτα  φτωχή μου γυναίκα να ταΐσεις το παιδάκι σου»… Λες και μες την κατοχή η μάνα μου ήταν πλούσια…
   Τι έκανα μόνος μου όλη μέρα; Πότε πήγαινα κάτω στη Τασία την κόρη του Σαραντάπορου και κάναμε παρέα, πότε πήγαινα στη διπλανή αυλή και έπαιζα με τους φίλους μου τον Άλκη τον χοντρό και τον Μιχάλη τον γιό της πλύστρας της κυρα Λένης, και πότε πήγαινα στην γωνία Ερμού και Καραϊσκάκη, δίπλα στου Ταμπάκη, στο κουρείο του μπάρμπα μου του Βασίλη, του αδερφού της γιαγιάς μου. Και εκεί, άκουγα τις πολυλογίες με τις οποίες σαν γνήσιος κουρέας ζάλιζε τους πελάτες του. Δεν ξέρω εάν οι πελάτες του δυσφορούσαν ή όχι με τις χιλιοειπωμένες ιστορίες, εγώ όμως τις ρουφούσα σα σφουγγαράκι: Ιστορίες από τον πόλεμο της Κριμαίας πού είχε λάβει μέρος, ιστορίες για τον Βενιζέλο, Ιστορίες για τον Πάγκαλο, για τον Κονδύλη, για τον Κωνσταντίνο, «σκατά στην ψυχή του», όπως έλεγε…
   Ύστερα, ήταν και η τρίτη αυλή…
   Ο κόσμος μου ήταν τρείς αυλές. Η κεντρική σκηνή, ήταν η αυλή που μέναμε. Η αυλή μας. Δίπλα, κολλητά, η αυλή του μπάρμπα Βασίλη, και στη συνέχεια η αυλή της Ελενίτσας της μοδίστρας. Όλες οι αυλές είχαν την ίδια χωροταξία: Ανοίγοντας κανείς την εξώπορτα, διέσχιζε ένα στενό σκεπαστό διάδρομο για να βγει στην αυλή. Από τη μιά ήταν ο μαντρότοιχος που γειτόνευε με τη διπλανή αυλή, από την άλλη τα δωμάτια- ανεξάρτητα σπίτια- και στο βάθος η σκάλα που οδηγούσε στο πάνω πάτωμα με τη δεύτερη σειρά δωματίων, κατά κανόνα πιο προσεγμένων, μιάς και σε κάποια από αυτά έμεναν οι ιδιοκτήτες. Στην τρίτη αυλή, εκτός από την οικογένεια της Ελενίτσας που ήταν φίλη αχώριστη με την Τασία και την Πόπη, έμενε και η οικογένεια των «Εβραίων». Τα εισαγωγικά δείχνουν πώς οι άνθρωποι δεν ήσαν καθόλου Εβραίοι. Χατόγλου ήταν το όνομα της οικογένειας. Όμως η γειτονιά δεν άργησε να τους κολλήσει το παρατσούκλι, καθώς η τσιγγουνιά τους ξεπερνούσε τα όρια. Και μιλάω για όρια, εφ’ όσον οι δύσκολες μεταπολεμικές εποχές έκαναν ακόμη και αυτούς που «είχαν τον τρόπο τους» να είναι σφιχτοί. Η εν λόγω οικογένεια είχε τον τρόπο της. Μεγαλέμπορος μαλλιών ο κύριος Χατόγλου, παρείχε στα παιδιά του απλόχερα ό,τι απαιτούσε η εκπαίδευσή τους και η εξωτερική τους εμφάνιση. Η Μπέλα, όνομα και πράμα, έπαιζε πιάνο, η Σουζάνα, η μεγαλύτερη, ανακατευόταν με τα θεατρικά, και ο μικρός, ο Σπυρίδων-έτσι τον φώναζαν- μάζευε γραμματόσημα… Εγώ, ανεβαίνοντας στο σπίτι τους, χάζευα τα γραμματόσημα του Σπύρου υπό τους ήχους του ρόντο «αλα Τούρκα» του Μότσαρτ… Τότε δεν είχα ιδέα από κλασσική μουσική, όμως μου άρεσε να ακούω, και ίσως εκεί να ωφείλεται και η αγάπη μου γι αυτό το είδος της μουσικής, που εκδηλώθηκε βέβαια πολύ αργότερα.
   Τα γραμματόσημα τώρα…. Αυτά τα μικρά χρωματιστά χαρτάκια με τις περίεργες εικόνες ασκούσαν πάνω μου μια ξεχωριστή γοητεία. Ειδικά αυτά των αποικιών με τα όμορφα ζώα και τα πολύχρωμα λουλούδια. Μια μέρα, πρόσεξα την εικόνα του Γεωργίου του Στ’  πάνω στα γραμματόσημα των αγγλικών αποικιών. Μου φάνηκε τότε πως ήταν ίδιος ο Σπυρίδων και γυρνώντας προς το μέρος του τον ρώτησα με παιδική αφέλεια: «Δεν μου λες Σπυρίδων… Εσύ είσαι αυτός;». «Χα χα χα», ξέσπασε σε ένα θεατρικό γέλιο η Σουζάνα, και το επεισόδιο θεωρήθηκε λήξαν… Πάντως εγώ την μανία την είχα κολλήσει, και άρχιζα να μαζεύω γραμματόσημα. Οι κύριες πηγές ήσαν δύο: Τα Συριακά που ξεκολλούσα από τα γράμματα που έστελνε η Πόπη, και τα σκουπίδια του Ταχυδρομείου, οπου με έπαιρνε ο Χρήστος όταν πήγαινε να στείλει τα δικά του προς την θεία μου. Εκεί εύρισκα πολλούς πεταμένους φακέλους με γραμματόσημα κολλημένα επάνω τους. Τότε τα ελληνικά γραμματόσημα που κυριαρχούσαν ήταν η σειρά της «Νίκης». Μου άρεσαν όλα, και ιδιαίτερα αυτό με τον πιλότο: «Αιέν υψιπετείν». Μια μέρα με είδε ο Αυγουστάτος, ένοικος κι αυτός του μπάρμπα μου του Βασίλη, που είχε πάγκο έξω από το Ταχυδρομείο και πουλούσε καρτ ποστάλ, και από τότε απέκτησα και τρίτη πηγή, καθώς μου μάζευε κι αυτός γραμματόσημα. Ο Αυγουστάτος, έμενε μαζί με τον αδερφό του στα πάνω διαμερίσματα. Ήταν και οι δυό πάνω από τα πενήντα τους. Απέναντί τους ακριβώς ήταν το δωμάτιο των κοριτσιών του Σαραντάπορου. Βέβαια, ο,τι θα πω τώρα δεν είναι αποτέλεσμα της φοβερής παρατηρητικότητάς μου, αφού το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει πέσει στην αντίληψή μου, καθ’ ότι στα πέντε μου χρόνια ήμουν απονήρευτος. Η θεία μου η Πόπη μου τα έλεγε, όταν μεγάλωσα, ξεσπώντας  στα γέλια: «Που λες, Δημήτρη, αυτοί οι πόρνοι οι Αυγουστάτοι, είχαν αγοράσει κάτι κιάλια και με αυτά προσπαθούσαν να μπανίσουν τα κορίτσια όταν άλλαζαν… Το μούτρο -η Τασία- τους είχε πάρει είδηση και τους τυραννούσε προσφέροντάς τους λίγο θέαμα τραβώντας μια σταλιά την κουρτίνα όσο αυτή να επιτρέπει ένα φευγαλέο πέρασμα να πηγαίνει κατ’ ευθείαν απέναντι, στα πεινασμένα γεροντοπαλίκαρα. Κατάλαβες;»… Κατάλαβα. Η… σαδίστρια Τασία, είχε επιλέξει  αυτόν τον τρόπο για να τιμωρεί την μανία των απέναντι… Λίγο σήμερα, άλλο λίγο αύριο. Μια γερή τιμωρία για το γενετήσιο ένστικτο των Αυγουστάτων…
   Όταν τέλειωνα με τον Σπύρο και τα γραμματόσημά του, πήγαινα στην Ελενίτσα. Την χάζευα καθώς έραβε, και εντυπωσιαζόμουν με τη μασουρίστρα, το σαπουνάκι, και τις δαχτυλήθρες. Έπειτα, περίμενα με υπομονή πότε θα τελειώσει καμιά κλωστή, να πάρω την κουβαρίστρα για να παίζω στριφτάρι. Περισσότερο όμως απ’ όλα με εντυπωσίαζε το μπούστο που πάνω του φορμάριζε τα ρούχα. Δεν ξέρω πώς, αλλά μου φαινόταν σα μισός άνθρωπος. Μπορώ μάλιστα να πω, πώς αυτό το ξύλο-λαιμός που είχε στην κορφή του, με τρόμαζε!…
  Τέλος, δεν εγκατέλειπα αυτή την αυλή, εάν προηγουμένως δεν έκανα μιαν επίσκεψη  στην κυρα Μαρία, που όλη τη μέρα περνούσε κουμπιά σε καρτέλες, καθ’ ότι ο άντρας της διατηρούσε κατάστημα με κουμπιά στην οδό Βήσης. Περιττό να αναφέρω ότι τα κεράσματα έπεφταν σύννεφο. Η κυρα Κούλα, η μητέρα της Ελενίτσας, με κέρναγε υποβρύχιο, η κυρα Μαρία γλυκό του κουταλιού, και η κυρία Χατόγλου… τίποτα, δικαιολογώντας έτσι το οικογενειακό τους παρατσούκλι: «Οι Εβραίοι»…
   Καμιά φορά με έπαιρνε ο Χρήστος μαζί του όταν πήγαινε στα μαγαζιά για την διανομή των τσιγάρων. Περνούσαμε από τα δρομάκια που ήσαν τότες οι βιοτεχνίες: καρεκλάδες, φαναρτζήδες, ακονιστές, κορνιζάδες. Αυτοί που με εντυπωσίαζαν περισσότερο ήσαν οι Αρμένηδες, που είχαν ειδικότητα στις ταβανόβουρτσες. Ακόμη θυμάμαι το κατράμι που με τη χαρακτηριστική του μυρωδιά πλημμύριζε την γύρω περιοχή. Και όταν πια περνούσαμε από την οδό Ηφαίστου, χάζευα τους σιδεράδες, που χτυπώντας  με τα βαριά σφυριά τους τα πυρωμένα σίδερα, τα διαμόρφωναν σε διάφορα εργαλεία, όπως γκασμάδες, δρεπάνια και φτυάρια. Κάποτε  φτάναμε και στα εμπορικά που ήσαν οι πελάτες του θείου μου. Μόλις μπαίναμε μέσα, ο Χρήστος με επιδείκνυε με περηφάνια: « Το ορφανό», έλεγε… Και οι άνθρωποι κοιτούσαν πρώτα με συμπόνια  το «ορφανό», και ύστερα με θαυμασμό αυτόν τον καμπούρη που είχε αναλάβει τούτο το δύσκολο έργο: Να μεγαλώνει μόνος του ένα παιδί από τριών χρονών!...
   Ένα βράδυ πάλι, για μιά και μοναδική φορά, με πήρε μαζί του στην Πλάκα. Πρώτη φορά εγώ βρέθηκα σε τόσο πολύβουο μέρος. Θυμάμαι τις ευωδιές που ανάδιναν τα αγιοκλήματα, και τα γιασεμιά… Εδώ και κει  έβλεπα ανθρώπους με κιθάρες στα χέρια. Άλλοι πήγαιναν για το νυχτοκάματο σε κάποια ταβέρνα, άλλοι είχαν προγραμματίσει να πάνε με φίλους κάτω από ένα μπαλκόνι για καμιά κανταδίτσα. Κάποτε φτάσαμε σε μια ταβέρνα. «Του Ξινού», μου είπε ο θείος μου, και διευκρίνισε:  «Η πιο αριστοκρατική ταβέρνα της Πλάκας. Όλος ο καλός κόσμος της Αθήνας εδώ μαζεύεται». Μπήκαμε μέσα,  ο Χρήστος πλησίασε σε κάποιο τραπέζι, και αφού  έκανε την απαραίτητη σύσταση του «ορφανού», (όλοι γνώριζαν την ιστορία του), άρχισε τη διανομή των τσιγάρων. Εγώ είχα σταθεί δίπλα στο τραπέζι και έβλεπα τα πιάτα με τα φαγητά, πού μιάς και δεν τα είχα ξαναδεί, φάνταζαν στα παιδικά μου μάτια σαν εξωτικά. Τότε κάποιος κύριος μου έδωσε με ένα πιρουνάκι ένα ντολμά με αυγολέμονο… Από τότε, όποτε τρώω ντολμάδες ταξιδεύω χρόνια πίσω, σε κείνη την ταβέρνα της Πλάκας…
   Όταν έμενα μόνος μέσα στο δωμάτιό μας, έκανα διάφορες σκανταλιές, απο τις οποίες εδώ θα αναφέρω ενδεικτικά δυό- τρείς. Ένα παιχνίδι που παίζαμε τότε στη γειτονιά ήταν και τα «χαρτονάκια». Κόβαμε τα καπάκια από τα πεταμένα πακέτα των τσιγάρων, και παίζαμε με αυτά, ποιος θα χτυπήσει με τις αμάδες τα περισσότερα. Είχαμε ξεχωρίσει τα χαρτονάκια σε κοινά και σε σπάνια. Κοινά ήσαν ο Άσσος, το Άρωμα, το Σαντέ, ο Ματσάγκος. Τα σπάνια ήσαν αυτά του Φούκα, του Μαργαρίτη, το Ζήτα, και κάνα δυό άλλα. Μια μέρα λοιπόν που ο Χρήστος έλλειπε, ανοίγω την βαλίτσα με τα τσιγάρα, και αφού τα απλώνω όλα επάνω στο κρεβάτι,  αρχίζω την καταστροφή: Ξεχωρίζω τις σπάνιες μάρκες και σκίζω τα κουτιά. Πάει το εμπόρευμα. Και να ήταν μόνο αυτό… Μέσα στη βαλίτσα βρίσκω και κάτι προφυλακτικά. Ο θείος μου, εκτός από τσιγάρα και σπίρτα, πουλούσε και καπότες. (Έτσι έλεγαν τότε τα προφυλακτικά). Γιατί, όλο και κάποιο ζευγαράκι που ήθελε μετά το φαγοπότι της Πλάκας να πάει για συνέχεια σε κάποιο ξενοδοχείο «ύπνου» θα είχε ξεμείνει από το είδος, οπότε νά ο Χρήστος!..  Παίρνω λοιπόν ο καλός σου τα προφυλακτικά, και τα βγάζω από τα κουτάκια τους… Αργότερα, όταν γύρισε ο Χρήστος, εκτός της καταστροφής των τσιγάρων του, με βρήκε, να χαίρομαι την…εορταστική ατμόσφαιρα ανάμεσα στα φουσκωμένα «μπαλόνια»… Άλλη φορά, πάλι, αφού βρήκα σε ένα συρτάρι το βιβλιαράκι- άδεια που είχε για τα τσιγάρα, το έκανα φύλλο και φτερό… Όταν το βράδυ έφευγε για την Πλάκα, μου άφηνε το βραδινό μου: Γάλα μέσα σε μια εμαγιέ τσάσκα. Εγώ, έχοντας μιαν αποστροφή για το γάλα, το έχυνα μέσα σε μιά  τρύπα που είχε το ξύλινο πάτωμα. Αυτό πήγαινε κατ’ ευθείαν στο υπόγειο, το πατητήρι, όπως το έλεγε ο Σαραντάπορος. Κάποτε ο κυρ Κώστας βρέθηκε στο υπόγειο κι έκανε το σταυρό του: «Μνήσθητί μου Κύριε!... Βρε Τασία… Ποιός διάτανος έχυσε ασβέστη στο πατητήρι;», και άρχισε τα μπινελίκια του…
   Το δωμάτιο που μέναμε, ήταν γυμνό. Τα λίγα πράγματα πού είχε, ήταν κάτι ρούχα δικά μου και του θείου μου, η βαλίτσα του, ένα τεράστιο ξυπνητήρι, κάτι φωτογραφίες στους τοίχους, μια γκαζιέρα, και το απαραίτητο φανάρι, που αργότερα αντικαταστήθηκε απο ένα ξύλινο ψυγείο πάγου. Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, το βλέμμα μου πέφτει σε ένα παλιό ραδιόφωνο αντίκα. Είναι, εκτός από τις φωτογραφίες, το μοναδικό ενθύμιο που έχω από εκείνο το δωμάτιο. Το είχε αγοράσει ο Χρήστος. Τον θυμάμαι τώρα, που  τό έφερε στο σπίτι, το έβγαλε από το κουτί του, το έβαλε στην πρίζα, και είπε με περηφάνια: «‘Εμερσον: Παγκοσμίου λήψεως… Μεσαία-βραχέα-μακρά… Με πέντε λάμπες… Αμερικάνικο!...».
   Θέλω εδώ να αναφέρω και κάτι άλλο που είχα κάνει, και που δεν ήταν ακριβώς σκανταλιά, αλλά εξελίχθηκε σε χουνέρι για την Τασία… Η διπλανή αυλή ήταν ιδιοκτησία του μπάρμπα μου του Βασίλη. Ανάμεσα στις οικογένειες που έμεναν εκεί, ήταν κι εκείνη ενός συμβολαιογράφου. Ήταν η πιο καθώς πρέπει οικογένεια της αυλής.  Το όνομά του συμβολαιογράφου δεν το θυμάμαι. Θυμάμαι όμως το όνομα της κόρης του, της Ρίτας. Ήταν ψιλή, πρέπει να ήταν και ωραία, με μιά λεπτή χαρακτηριστική μύτη. Δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτή η μύτη μου έκανε εντύπωση. Και μια μέρα, στην εκκλησία του Χριστού του Χριστοκοπίδι, την ενορία μας, κοιτώντας ψηλά, στον τρούλο, είδα την εικόνα του Παντοκράτορα. Πρόσεξα αμέσως την χαρακτηριστική λεπτή και μακριά μύτη της βυζαντινής τεχνοτροπίας, και αμέσως συμπέρανα: «Η Ρίτα… Η Ρίτα με την μεγάλη μύτη!...» Δεν άργησε να γίνει το κακό… Ύστερα από δυό μέρες και ενώ έπαιζα στην διπλανή αυλή με τον Άλκη, βλέπω την Ρίτα να κατεβαίνει καμαρωτή-καμαρωτή τα σκαλιά: « Η Ρίτα… Η Ρίτα με την μεγάλη μύτη!...», ξεφωνίζω… Ποιος είδε τότε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε… Η Ρίτα κοντοστάθηκε και με κοίταξε άγρια. Ύστερα ανέβηκε όσα σκαλιά της χρειάζονταν για να μπορεί να βλέπει στην αυλή μας, και φωνάζει στην κυρα-Αθηνά που εκείνη την ώρα έτυχε να σκουπίζει:
  -Που είναι μωρέ αυτή η χοντρέλω η κόρη σου η Τασία; Δεν ντρέπεται να λέει τέτοιες κουβέντες; Δεν κοιτάει τη μύτη της που είναι σα μελιτζάνα; Αλλά εστίν δίκης οφθαλμός… Από τρελό και από μικρό μαθαίνεις την αλήθεια…
   Οι  τσιριχτές φωνές της Ρίτας ακούστηκαν στην κουζίνα οπου βρισκόταν η Τασία, που απέφυγε να βγει και να εμπλακεί σε καυγά πριν μάθει τι ακριβώς είχε συμβεί. Όταν τελικά έμαθε τί είχα πει για τη Ρίτα, με ρώτησε να μάθει από πού άραγε είχα ακούσει για τη μύτη της. Άντε εγώ τώρα να της εξηγήσω πώς είχα συνδέσει τη μύτη της Ρίτας με αυτήν του Παντοκράτορος…   Η καημένη η Τασία… Πώς με αγαπούσε… Πρόσφερε όσα μπορούσε, σε τομείς που ο Χρήστος πρακτικά δεν θα μπορούσε να μου προσφέρει… Με έπλενε, ας πούμε σε μια σκάφη, με πράσινο σαπούνι, ξεβγάζοντάς με στο τέλος με ένα ποτιστήρι… Άλλοτε με τάιζε κάτω στην κουζίνα. Αυτό που θυμάμαι ήσαν τα άγρια χόρτα που τα έφερνε από το χωριό  η θεία της η Αντρικούλα, και ακόμη, πώς μου έκανε εντύπωση το χορτόζουμο που έπινε μονορούφι όλη η οικογένεια, αφού προηγουμένως έστυβαν μέσα στην κούπα το απαραίτητο λεμόνι… «Καθαρίζει τα νεφρά», έλεγε αποφθεγματικά ο Σαραντάπορος…
   Εκεί έφαγα  για πρώτη φορά  συκωτάκια, όταν  ένα απογευματάκι, με περισσή σπουδή και ολοφάνερη ταραχή, τα τηγάνιζαν τα κορίτσια ετοιμάζοντας τραπέζι για τον γαμπρό, τον Γιάννη τον Γαριφαλιδάκη… Και μού έλεγε περιχαρής η Τασία, λες κι εγώ καταλάβαινα: «Αρραβωνιάζουμε την Ελενίτσα μας απόψε Δημητράκη μου!»…
    Αυτή, η Ελενίτσα, εκτός που είχε το μερίδιό της στην περιποίησή μου,  με έμαθε να λέω το ρώ.  Είχε φαγωθεί να μου το μάθει : Και πες ρώ Δημητράκη, και πες ρώ, εγώ τίποτα. Μια μέρα που είχα την Ιλαρά, ανέβηκε πάνω στο δωμάτιο να με περιποιηθεί. Αφού τέλειωσε με το θερμόμετρο, άρχισε τον χαβά της: «Δημητράκη, σήμερα θα πεις το ρώ…  Ρώ… ρω… ρώ…», τίποτα εγώ. «Έλα βρε Δημητράκη!... Ρωωωώ… Ρρρρρρ… Κοίτα μωρέ να δεις που ο Δημητράκης έχει την ιλαρά… Ιλαρά… Για πες ιλαρά Δημητράκη μου…»
    «‘Ιλαρά…» Επιτέλους… Η Ελενίτσα τρελάθηκε… Τήνελα…
     Όλο λέω στη διήγησή μου: «για πρώτη φορά»… Έχει μεγάλη σημασία για ένα παιδί, αυτή η «πρώτη φορά» που ανακαλύπτει κάτι, όσο κι αν φαίνεται ασήμαντο για έναν μεγάλο. Γιατί καμιά φορά αυτό χαράζεται ανεξίτηλα στο μυαλό του ή στην ψυχή του… Το να δώ ας πούμε τον βαρελά να βγάζει τα τσέρκια από τά βαρέλια του Σαραντάπορου, ή, πάλι, να δω πώς σκάβει η γάτα της κυρά Μαρουδιάς το λακκουβάκι στο χώμα για να κάνει τα κακά της, ή πώς χτίζουν τη φωλιά τους τα χελιδόνια κάτω από τα κεραμίδια μας, ήταν για μένα κοσμογονία…
    Πώς μπορώ να ξεχάσω, το πρώτο «μακρινό» ταξίδι της ζωής μου όταν με πήρε η Τασία και πήγαμε να μείνουμε σε μια παράγκα-έτσι την έλεγε η οικογένεια-που είχαν στο κτήμα τους στα Γλυκάνερα; Θυμάμαι και την στάση του λεωφορείου… «Στάση Ραντάρ». Δεν ξέρω αν υπάρχει ακόμα. Πάντως την θυμάμαι. Ίσως να μου είχε κάνει τότες εντύπωση η καινοφανής λέξη, όπως εντύπωση μου είχε κάνει και η λέξη  νάιλον… Σ’ αυτόν τον παραθερισμό της μιάς βδομάδας, είχε έρθει μαζί με την Τασία, και η φίλη της η θεία μου η Πόπη… Και μαζί πια κάνανε ένα σωρό διαολιές. Μία που μού έρχεται τώρα στο νου, ήταν αυτή που παρίσταναν  τα φαντάσματα… Περνούσαν από πάνω τους κάτι  άσπρα σεντόνια, κατέβαιναν στο δημόσιο δρόμο, και δήθεν τρομοκρατούσαν τους διερχόμενους…
    Αυτές οι δυό ήσαν πόδι-κάλτσα…
    Αργότερα μου διηγήθηκε η Πόπη για το επεισόδιο με τον Γερμανό, στην κατοχή, που παρ’ ολίγο να εξελιχθεί σε νέο …μπλόκο της Κοκκινιάς!... Ήταν στη γειτονιά μια δεσποινίς που έκανε «παρέα» με Γερμανούς… Αυτό, τα κορίτσια, δεν μπορούσαν να το χωνέψουν με τίποτα. Και κάποιο βραδάκι που είδαν ένα Γερμανό αξιωματικό να μπαίνει στο σπίτι, τσούλησαν ένα τεράστιο αγκωνάρι, και το τοποθέτησαν ακριβώς έξω από την πόρτα. Τέλειωσε ο Γερμανός την επίσκεψη, κατεβαίνει, ανοίγει την πόρτα, και… παρ τον κάτω… Έφαγε τα μούτρα του… Το θεώρησε σαμποτάζ, και σε λίγο πλάκωσε ολόκληρη διμοιρία να καθαρίσει… Ευτυχώς κατέβηκε κάτω  ο γείτονας ο κύριος Κιτριλάκης, πρώην Στρατηγός, που γνωρίζοντας τα γερμανικά λόγω στρατιωτικών σπουδών στο Βερολίνο, τους έπεισε ότι τίποτα παλιόπαιδα θα το έκαναν, θεωρώντας το βλακωδώς σαν παιχνίδι. Ανέφερε και στον επικεφαλής την ιδιότητά του, και αυτός με τον γνωστό σεβασμό που έτρεφαν  οι Γερμανοί στα στρατιωτικά αξιώματα, πείστηκε, χαιρέτισε στρατιωτικά, έκανε μεταβολή, και έφυγε… Και έτσι, ο δρόμος μας παρέμεινε  ένα ταπεινό δρομάκι και δεν τον κατέγραψε η Ιστορία σαν «το μπλόκο της οδού Αρίωνος»…
    Ο καλλίτερος φίλος μου ήταν ο Άλκης. Η οικογένειά του είχε τον τρόπο της. Ο πατέρας του είχε κάποια μικρή βιοτεχνία, νομίζω φωτιστικών. Όντας λοιπόν πλουσιόπαιδο, ο Άλκης είχε πολλά παιχνίδια. «Από του Τσόκα», υπερηφανευόταν η κυρα Λέλα η μάνα του. Πήγαινα λοιπόν στον φίλο μου που αράδιαζε τα παιχνίδια του στην αυλή, και παίζαμε με αυτά. Και όταν βαριόμαστε, βγαίναμε έξω, και πηγαίναμε πιο κάτω μέχρι τον Κεραμεικό, (δεν είχε ακόμη περιφραχτεί), όπου μαζί με άλλα γειτονόπουλα παίζαμε κρυφτό και κυνηγητό ανάμεσα στα αρχαία!... Καμιά φορά ανάμεσα στις πέτρες βρίσκαμε και κάνα αρχαίο νόμισμα, που μην έχοντας ιδέα περι τίνος πρόκειται, το δίναμε τον κύριο Δαβίκο, τον Εβραίο, που μας αντάμειβε με μια καραμέλα τσάρλεστον… Καμιά φορά, όταν ο Άλκης και ο άλλος φίλος μου ο Μιχάλης ο Μακαρώνας έλειπαν για κάποιο λόγο, πήγαινα στην αρχή της Αρίωνος και καθόμουν πάνω σε ένα μαρμάρινο κολωνάκι. (Υπάρχει ακόμη εκεί μέχρι σήμερα. Ως πότε άραγε;). Εκεί λοιπόν, καθισμένος «στο κολωνάκι μου», απολάμβανα την θαλπωρή της λιακάδας. Αυτής της αξέχαστης ανοιξιάτικης αθηναϊκής λιακάδας. Χάζευα τους περαστικούς, χάζευα τα τράμ που περνούσαν, χάζευα και τις διαφημιστικές τοιχοκολλήσεις που ήσαν ψηλά, στη γωνιά του δρόμου. Δύο μόνο θυμάμαι: Η μία ήταν για τη «Φαβιόλα», που παιζόταν στους κινηματογράφους εκείνης της εποχής, εποχής που όπως πληροφορούσε η άλλη τοιχοκόλληση, το λάδι πουλιόταν… «16000 η οκά».
    Όμορφα περνούσαμε και τις απόκριες. Τότε, στην Πλάκα, χαιρόμαστε το καρναβάλι με τους μασκαράδες, και τα διάφορα δρώμενα: τους ακροβάτες του δρόμου, τα αυτοσχέδια νούμερα. Αλλά κι εμείς, στις δύο αυλές μας, συναγωνιζόμαστε για το ποιος θα επιδείξει την εφευρετικότητά του στο μασκάρεμα. Νικήτρια  έβγαινε πάντα η Τασία, που οι επινοήσεις της εντυπωσίαζαν: Πότε παλιάτσος, πότε καρβουνιάρης, πότε άντρας αγνώριστος… Καημένη Τασία!... Πέθανε μια μέρα στη Βαρβάκειο αγορά, πολύ νέα… Έπεσε κάτω ξερή…  Είχε ζάχαρο και δεν το ήξερε… Όλοι λυπήθηκαν τότε. Ευτυχώς η μάνα της και ο πατέρας της δεν κατάλαβαν τίποτε: Η κυρα- Αθηνά είχε άνοια, (το Αλτσχάιμερ ήταν άγνωστο τότε), και ο κυρ-Κώστας είχε χτυπηθεί από βαρύ εγκεφαλικό, και έλεγε τον Πάπα  Βεζίρη… Όλα πια είχαν σβηστεί στο μυαλό του. Πάει και η μάχη του  Σαραντάπορου, πάει κι ο Βενιζέλος, πάνε και τα κρασιά του, πάει κι αυτουνού η ζωή…
   Την Τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, την περνούσαμε πάντα στο σπίτι του θείου μου του Χρήστου, του Λαμπαδαράκη, πρώτου εξάδελφου της μάνας μου. Δεν ήταν πλούσιος, αλλά είχε τον τρόπο του. Ήταν λογιστής  και κρατούσε τα βιβλία των χασάπηδων και των μανάβηδων της Βαρβακείου. Νοικοκύρης άνθρωπος. Το σπίτι του στον Κολωνό, φάνταζε στα μάτια μου σαν κανονικό σπίτι, με το σαλόνι του,  με την τραπεζαρία του, με την επίπλωσή του, με την κουζίνα του. Λέω κανονικό σπίτι, γιατί το σπίτι που  μέναμε με τον θείο μου, ήταν τώρα που το σκέφτομαι, σαν …αντίσκηνο. Ένα δωμάτιο όλο κι όλο, με ένα κρεβάτι, κι ένα τραπεζάκι. Μια εσοχή στον τοίχο ήταν η υποτυπώδης κουζίνα, με μια γκαζιέρα, οπου ο Χρήστος μαγείρευε μόνο δυό φαγητά: Μακαρονάδα και βραστό κεφαλάκι. «Φάε, μού έλεγε, είναι δυναμωτικό». Άλλο φαγητό δεν ήξερε να φτιάχνει. Κατά τ’ άλλα ας είναι καλά η ταβέρνα του Ντάρλα, στην Ερμού, οπου πηγαίναμε και τρώγαμε συχνά-πυκνά πατσά και ποδαράκια. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σήμερα πιτσιρικάς που να τρώει πατσά με σκορδοστούμπι!…
    Όταν πηγαίναμε, λοιπόν, στο σπίτι των Λαμπαδαράκηδων την τελευταία Κυριακή της αποκριάς, η πρώτη που μας υποδεχόταν ήταν η θειά η Ουρανία, αδερφή της γιαγιάς Χαρίκλειας, γεροντοκόρη και… γενειοφόρος. Ακόμη με τρυπάν τα γένια της καθώς θυμάμαι τα φιλιά της. Όλο το σπίτι μύριζε μαγειρεμένο φαγητό.  Από όλο αυτό το τραπέζι, που η αλήθεια είναι οτι τίποτε δεν του έλλειπε, θυμάμαι την διάχυτη χαρακτηριστική μυρωδιά του παστουρμά. Ακόμη και σήμερα η μυρουδιά του τρομερού αυτού ανατολίτικου εδέσματος,  με πάει συνειρμικά εξήντα ολόκληρα χρόνια πίσω, σε εκείνα τα νοσταλγικά αποκριάτικα φαγοπότια. Ο θείος μου ο Λαμπαδαράκης, φαγάς όπως ήταν, (τα μακαρόνια τα έτρωγε σε…λεκάνη), είχε δικτυωθεί στην αγορά, που ήταν άλλωστε και η δουλειά του, και προμηθευόταν τα καλλίτερα αγαθά…
   Το κλου της βραδιάς ήταν όταν έβαζαν τον θείο μου τον Χρήστο –τον δικό μου- να τραγουδήσει. Και αυτός έλεγε πάντα το ίδιο τραγούδι: Ήταν από μια παλιά ελληνική οπερέτα -δεν γνωρίζω από ποια ακριβώς- αλλά το τραγούδι αυτό μου έκανε τέτοια εντύπωση, που το είχα μάθει απ’ έξω, και από τότε ποτέ μου δεν το ξέχασα… Το παραθέτω αυτούσιο, όχι για τιποτ’ άλλο, αλλά γιατί ακόμα θυμάμαι το πάθος με το οποίο το τραγουδούσε ο θείος μου…
             Τον παλιό καιρό,
             πάνω στο κάστρο του νησιού, το γκρεμισμένο,
             Έστησε χορό, το βασιλόπουλο, στον κόσμο ξακουσμένο.
             Κάλεσε στο κάστρο διαλεχτές κυράδες,
             κείνης της γενιάς της μακρινής,
             πήγανε ακόμη και δυό αδερφάδες,
             που δε τις εγνώριζε κανείς…
             Δεν ήσαν ντυμένες, ούτε στολισμένες
             Στα χρυσά κι ατίμητα φλουριά,
             Μα είχαν κάτι μάτια, πούκαναν κομμάτια
             και την πιο μαρμάρινη καρδιά.
             Καρδιά –αχ- καρδιά… Και την πιο μαρμάρινη καρδιά…
             Όμορφα κι οι δυό χορεύουν,
             κι απ’ το Ρήγα εμπρός περνούν,
             και με μιάς τόνε μαγεύουν,
             χίλιους όρκους, πόθους, του γεννούν…
             Στέκει τους μιλεί,
              απ’ το γλυκό κρασί του κάστρου τις κερνάει,
             και γλυκό φιλί παίρνει από τις δυό
             και μες το κάστρο τις περνάει…
             Μα ήσαν νεράιδες, κι όποιος τους μιλήσει
             και φιλί τους πάρει μαγικό,
             -λένε- πως ακόμα πριν να ξημερώσει
             θα γενεί και κείνος ξωτικό.
             Πέρασαν οι ώρες, έφυγαν οι κόρες,
             πάψανε τα πιάνα, τα βιολιά,
             και μες το παλάτι, στης αυγής το μάτι,
             βρήκαν ξωτικό τον βασιλιά…
             Τώρα με σκοπό θλιμμένο
              κουκουβάγια τον θρηνεί,
              και το κάστρο γκρεμισμένο
              έκλεγε κι αυτό χωρίς πνοή.
              Πνοή-αχ-πνοή… Έκλεγε κι αυτό χωρίς πνοή…
    Αυτή, την τελευταία φράση, την έλεγε με κάποιο αναστεναγμό, ίσως κάποιο λυγμό, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν. Εμένα όμως-επτά χρονών τότε- μ’ έπιαναν τα κλάματα. Αυτό το «χωρίς πνοή», ίσως από τότε, ασυναίσθητα παρέπεμπε στην έννοια του θανάτου. Τον αγαπούσα και τον πονούσα τον θείο μου. Καταλάβαινα ενδόμυχα ότι η αναπηρία που είχε, τον έκανε να υστερεί απέναντι στους συνανθρώπους του. Αυτό μου το υπαγόρευε μια ανεξήγητη για την ηλικία μου διαίσθηση… Όσο για τον Χρήστο, ποιος ξέρει τι παραστάσεις θα είχε κρυμμένες μέσα στα φυλλοκάρδια του. Ποιός ξέρει τι έκρυβε μέσα της αυτή η ψυχή, αυτός ο «έξω καρδιά άνθρωπος»…
   Λένε ότι ήταν κρυφά ερωτευμένος με την όμορφη κόρη του Σαλίγκαρου, φίλου του παπού μου του Θοδωρή, και που το σπίτι του ήταν δυό-τρία τετράγωνα παρα κάτω, στην οδό Ήβης. Πήγαινε λοιπόν συχνά πάνω στο σπίτι της, και την άκουγε που έπαιζε στο πιάνο κλασσικά κομμάτια. Λένε, ακόμη, πώς και αυτή τον αγαπούσε, όχι ερωτικά βέβαια, αλλά με μιάν αγάπη που της υπαγόρευε η δυσμορφία του ευγενικού καμπούρη...  Πήγαινε, λοιπόν, ο Χρήστος στο σπίτι του Σαλίγκαρου και άκουγε την κόρη του να παίζει πιάνο, μέχρι που η κοπέλα χτυπήθηκε από το χτικιό, πάει, πέθανε…
   Να ήταν αυτό, άραγε, που συγκινούσε τον Χρήστο όταν το τραγούδι έφτανε στο: «Χωρίς πνοή»; Ποιος ξέρει; Ήταν το μυστικό του. Ποτέ δε μίλησε σε κανέναν γι αυτό… Μέχρι που πέθανε εκείνον τον Μάρτη του 1975…
………………………………………………………………………………………………….
   Αυτά ήταν λοιπόν τα περιστατικά της ζωής που έζησα με τον θείο μου τον Χρήστο, ζωής που κόπηκε απότομα, όταν παντρεύτηκε ο θείος μου ο Αντώνης… Υπάρχουν, βέβαια, και μερικά άλλα που θα εμφανιστούν καθώς θα ξετυλίγεται η υπόλοιπη ιστορία…
   Ο θείος ο Αντώνης, ο άλλος αδερφός της μάνας μου, αριστερός αυτός, είχε περάσει τα πάνδεινα. Εξορία στην Ελ Ντάμπα, έπειτα στις φυλακές Χατζηκώνστα, και μετά πάλι εξορία, στον Αη Στράτη αυτή τη φορά. Κάποτε όταν όλα αυτά τέλειωσαν, κατέληξε στο Παλαιό Φάληρο, όπου άνοιξε ένα κουρείο. Την τέχνη, του την είχε μάθει ο μπάρμπα Βασίλης, όταν, ορφανό κι αυτόν, τον είχε πάρει μαζί του, και ξεσκόνιζε στο κουρείο… Εκεί λοιπόν, στο Φάληρο, του προξένεψαν και μια μεγαλοκοπέλα, την Ιουλία, παντρεύτηκαν, και εκείνη -καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται- δέχτηκε να με πάρουν  κοντά τους και να με μεγαλώσουν πλέον σωστά, έστω και κάπως αργά: Ήμουν πια οκτώ χρονών. Αυτό τώρα, εκ των υστέρων, το κρίνω σα γεγονός που επηρέασε  θετικά την υπόλοιπη ζωή μου. Όμως, η ημέρα που κατέβηκα στο Φάληρο και που συμπτωματικά ήταν και η μέρα των γενεθλίων μου, ήταν η πιο δυστυχισμένη μέρα της μικρής μέχρι τα τότε ζωής μου. Γιατί όσον αναγκαίος κι αν ήταν ο χωρισμός από τον θείο μου τον Χρήστο, δεν έπαυε να είναι ένας χωρισμός, μια πληγή που με σημάδεψε βαθιά. Το μέρος που έμενε ο νιόπαντρος Αντώνης, στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας του Παλαιού Φαλήρου, ήταν παράξενο και εξωτικό για μένα: Έρημη γειτονιά, (τρία σπίτια όλα γύρω-γύρω), ηλεκτρικό φως δεν είχε πάει ακόμη εκεί πέρα, ούτε και το δίκτυο της ούλεν. Το νερό που πίναμε ήταν πηγαδίσιο… Έγραφα και διάβαζα τα μαθήματά μου κάτω από το φώς της λάμπας του πετρελαίου… Αλλά αυτά είναι μια άλλη ιστορία… Μού έλειπε το κέντρο της Αθήνας που είχα μάθει να ζω, μου έλειπε εκείνη η αυλή, αλλά περισσότερο και αγιάτρευτα, μου έλειπε ο Χρήστος. Τι κι αν ερχόταν ανελλιπώς κάθε Κυριακή να μας δει, κουβαλώντας μαζί του ένα δίχτυ με του πουλιού το γάλα;
   Εμένα μου έλειπε…
   Όπως μου λείπει ακόμη





 ΠΑΛΑΙΟ  ΦΑΛΗΡΟ

   Ήταν 2 Φεβρουαρίου του 1950. Ημέρα των γενεθλίων μου. Έκλεινα τα οκτώ μου χρόνια… Ένοιωθα την  ατμόσφαιρα κάπως βαριά… «Της Υπαπαντής», είπε ο Χρήστος, και συμπλήρωσε: «Τυχερή μέρα για να γεννηθεί κανείς»…. Αργότερα, αυτό το εμπέδωσα διαβάζοντας το σχετικό ποίημα του Κώστα Μύρη.
    Πρωί- πρωί λοιπόν, ο Χρήστος, αφού με φίλησε λέγοντάς μου ότι σήμερα κλείνω τα οκτώ, άδειασε το βαλιτσάκι του από τα τσιγάρα, τα άπλωσε πάνω στο τραπέζι και άρχισε να το γεμίζει με τα λιγοστά ρουχαλάκια που είχα. Τα υπόλοιπα μου τα φόραγε σε τρείς τέσσερεις αλλεπάλληλες στρώσεις. Έκανε βέβαια ψωφόκρυο, μιάς και ο φετινός χειμώνας ήταν από τους πιο ψυχρούς των τελευταίων ετών, όμως τα ρούχα που μου φορούσε ήσαν υπερβολικά πολλά. Η Τασία τον έτρωγε: «Ρε Χρηστάκη, τι το ντύνεις έτσι το παιδί;  Κρεμμύδι το έχεις καταντήσει!...». Όμως ο Χρήστος δεν ξεχνούσε πώς πέθαναν στην κατοχή από βαριά πνευμονία τα  δίδυμα κοριτσάκια, οι αδερφούλες μου. ( Ξέχασα να σας μιλήσω γι αυτές, καθώς δεν τις γνώρισα καν. Πέθαναν πριν γεννηθώ). «Άσε ρε Τασία… Καλλίτερα κρεμμύδι, παρά άρρωστο!»…
   Είπα και πριν ότι η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο Χρήστος τώρα έβαζε και το τελευταίο μπλουζάκι μέσα στη βαλίτσα…  Κοίταξε τα απλωμένα τσιγάρα… «Θυμάσαι Δημητράκη που άνοιξες τα πακέτα και μου χάλασες το εμπόρευμα; Αλήθεια, τώρα πιά δεν παίζετε χαρτονάκια …Ε;». Η αμηχανία του ήταν φανερή… Εγώ πάλι, κοιτούσα το γνωστό σημείο πάνω από το υπέρθυρο, εκεί που εμφανιζόταν το «Νάιλον». Όποτε η μέρα ήταν ηλιόλουστη, σ’ αυτό το σημείο εμφανιζόταν το απόγευμα  μια λουρίδα ήλιου. Όσο, τώρα, ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, η λουρίδα άλλαζε σχήμα, στένευε, και στο τέλος πεταγόταν στον απέναντι τοίχο. Αλλά γιατί η ονομασία «νάιλον»; Γιατί, μόλις τότες είχε εμφανιστεί στη ζωή μας το νάιλον. Το πρώτο προϊόν ήταν μια ζώνη διαφανής που είχε την ιδιότητα να τυλίγεται και να ξετυλίγεται αμέσως μόλις κανείς την άφηνε ελεύθερη. Αυτή λοιπόν τη λουρίδα του ήλιου, την είχα ταυτίσει με το νάιλον…
   Τώρα είμαστε πια έτοιμοι για αναχώρηση. Κλείσαμε την πόρτα και κατεβήκαμε τα σκαλιά. Περνώντας από την κουζίνα που ήταν το καθιστικό της οικογένειας Ματθαίου, βγαίνει έξω πρώτα  η Τασία: «Γειά σου Δημητράκη, έλα να σε φιλήσω… Να πας στο καλό… Δεν θα χαθούμε… Θα έρχεσαι να μας βλέπεις… Δεν είναι έτσι; Α, ναι… Χρόνια πολλά, να τα εκατοστίσεις»… Ήταν ένας χειμαρρώδης μονόλογος που μαρτυρούσε την συγκίνησή της… Κολλητά βγαίνει έξω και ο Σαραντάπορος. Με τα χρόνια είχε κάπως μαλακώσει. Μιλούσε τώρα πιο ήρεμα. Ίσως η αρχή να είχε γίνει με την επίσκεψη στο παλάτι, όταν πριν τέσσερα χρόνια είχε πεθάνει ο βασιλιάς Γεώργιος. Στην κουβέντα του, ούτε «καμπούρης», ούτε «ορφανό». «Άντε βρε Χρηστάκη, κάνεις το καλλίτερο για τον Δημητράκη… Και, άκου… Να πεις σ’ αυτή την κουμούνα τον αδερφό σου, ένα μεγάλο μπράβο… Α!... και σαυτή, τη γυναίκα του… Δε την ξέρω, αλλά κι αυτή κάνει μεγάλο καλό»…
   Παραδόξως, όλοι σήμερα μιλούσαν πολύ.
   Βγαίνοντας από την εξώπορτα πέφτουμε πάνω στον Άλκη και τη μάνα του που γύριζαν από την εκκλησία. Είχαν πάει να κοινωνήσουν, (χρονιάρα μέρα). Ο Άλκης ήξερε εδώ και δυό τρείς μέρες ότι θα έφευγα. Όταν όμως μας είδε, έμεινε αποσβολωμένος. «Έλα, τί έμεινες κόκαλο;» Είπε η κυρα Λέλα. «Πήγαινε να αποχαιρετήσεις τον φίλο σου… Δεν θα τον ξαναδείς»… Δεν συνεχίζω. Δεν περιγράφω την σκηνή που ο Άλκης έβαλε τα κλάματα και εγώ τον ακολούθησα.. Πάω κατ’ ευθείαν στην τελευταία στάση που κάναμε, στο κουρείο του μπάρμπα του Βασίλη. Εκείνος, μόλις μας είδε, άφησε τον πελάτη του μες στις σαπουνάδες, έτρεξε έξω, και μου είπε: «Γειά σου Δημητράκη, έλα να μου φιλήσεις το χέρι, να σου δώσω την ευχή μου, να πάς στο καλό… Καλό δρόμο νά χεις και καλή τύχη. Και να μη ξεχάσεις.. Μη ξεχάσεις ποτέ αυτή την αυλή που μεγάλωσες… Και να αγαπάς πάντα αυτόν τον άγιο άνθρωπο που σε ανάστησε»… Εγώ έσκυψα και φίλησα το προτεταμένο χέρι του… «Αντίο παππού». Έτσι τον αποκα-λούσα, μιάς και ήταν αδερφός της γιαγιάς μου.
    Μέχρι που φτάσαμε στο Φάληρο δεν θυμάμαι τίποτ’ άλλο. Εγώ που θυμάμαι ακόμη και τις παραμικρές λεπτομέρειες, δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε πιο λεωφορείο πήραμε, ούτε την θάλασσα που θα έπρεπε να συναντήσουμε στο δρόμο μας, ούτε τίποτα. Όσο κι αν προσπαθώ σήμερα να θυμηθώ κάτι, οτιδήποτε, πέφτω σ’ ένα κενό μνήμης… Τέλος πάντων…
   Κάποτε φτάσαμε στο σπίτι του θείου μου του Αντώνη. Αφού μας χαιρέτησαν, μας έδειξαν το κρεβάτι που θα κοιμάμαι. Δεν άργησε να έρθει η πρώτη έκπληξη, όταν είδα την νέα μου θεία να πηγαίνει στο πηγάδι και να ανεβάζει τον κουβά γεμάτο με νερό… «Νερό διαμάντι», λέει ο Αντώνης, «Το πήγαμε στο Χημείο. Καθόλου γλυφό. Έρχεται κατ’ ευθείαν από το βουνό»…
   Φάγαμε μακαρονάδα, και ο Χρήστος λέει ξαφνικά στον Αντώνη: «Ξέρεις, ο Δημητράκης έχει τα γενέθλιά του σήμερα… Της Υπαπαντής»… « Χρόνια πολλά… κοίτα να δεις!... Το είχα ξεχάσει»… «Θα φτιάξω γλυκό, λέει η Ιουλία, χαλβά»… Ύστερα οι θείοι μου άρχισαν να μιλάνε. Θυμήθηκαν τα παλιά. Τη μάνα τους, τον πατέρα τους… Τόσα και τόσα… Μιλούσαν για την καλοσύνη του παππού, του Θοδωρή, που ήταν ταβερνιάρης και μαγείρευε κάθε μέρα ένα ταψί φαγητό για τους φτωχούς. «Γι αυτό πρόκοψε», κατέληξαν αποφθεγματικά…
   Όσο εκείνοι μιλούσαν, παρατηρούσα με την άκρη των ματιών μου τη νέα μου θεία. «Ιουλία», σκέφτηκα. «Τι όνομα κι αυτό!»...Και αμέσως: « Πω πω!.. Τι άσχημη γυναίκα είναι αυτή;» Και πράγματι ήταν άσχημη γυναίκα. Γενικά, είχα συνηθίσει να ζω κοντά σε όμορφους ανθρώπους. Ο Χρήστος για παράδειγμα. Είχε ωραία και ευγενή χαρακτηριστικά. Το πρόσωπό του αντανακλούσε την ομορφιά της ψυχής του. Άσε πιά η θεία η Πόπη. Από τις πιο όμορφες!... Η Ελενίτσα η φίλη της, η Μπέλα, η Σουζάνα, επίσης όμορφες… Και ο Σαραντάπορος δεν ήταν άσχημος. Το ίδιο και τα παιδιά του. Και ο μπάρμπας ο Βασίλης; Ένας ομορφάνθρωπος… Το ίδιο και ο θείος Αντώνης… Αλλά ετούτο το πράμα; (Ξανακοίταξα την Ιουλία). Όσο περνούσαν από τη σκέψη μου αυτοί που άφησα πίσω μου, τόσο πιο άσχημη μου φαινόταν… Κάποια στιγμή έφτασε η ώρα να φύγει ο θείος μου ο Χρήστος. Ο ήλιος έγερνε πάνω από την Καστέλα, βάφοντας όπως και σήμερα, τα πάντα στη γειτονιά κόκκινα… Και εδώ-αν έγραφα μυθιστόρημα-θα περιέγραφα την σκηνή κάπως έτσι:
   «Ο θείος του μικρού Δημητράκη, ο θείος που είχε ταυτίσει την ζωή του με εκείνη του ορφανού, ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής. Μόνος του. Άρχισε να ανηφορίζει την μικρή ανηφορίτσα της οδού Αιγίνης. Κάνα δυό φορές κοντοστάθηκε, γύρισε, και κούνησε το χέρι του σε χαιρετισμό. Ύστερα συνέχισε το δρόμο του. Ο μικρός, έβλεπε τον άνθρωπο που μαζί του είχε ζήσει  όλη του τη ζωή, να απομακρύνεται ολοένα, και του φάνηκε ακόμα πιο σκυφτός, ακόμα πιο καμπούρης. Ανέβαινε την μικρή ανηφοριά, που φάνταζε Γολγοθάς που τον οδηγούσε στη μοναξιά»…
   «Έλα, Δημητράκη, πάμε μέσα, θα κρυώσεις», είπε τώρα ο Αντώνης. Αλλά εγώ περίμενα μέχρι που ο Χρήστος χάθηκε από τα μάτια μου, εκεί, στο βάθος της οδού Αιγίνης, στο ύψος του σπιτιού του Χρονόπουλου… Από την άλλη μέρα η ζωή μου θα άλλαζε. Νέα γειτονιά, νέοι άνθρωποι, νέοι φίλοι, νέα παιχνίδια. Ένα κεφάλαιο της ζωής μου έκλεινε, ένα άλλο θα άνοιγε…
   Συνηθίζεται στα γραφτά και στον κινηματογράφο, τις συγκινητικές σκηνές να τις διαδέχονται κάποιες άλλες, αστείες, για να σπάει κάπως η βαριά ατμόσφαιρα. Αυτό θα επιχειρήσω κι εγώ τώρα, περιγράφοντας τί ακριβώς συνέβη την επόμενη μέρα: Όταν ξημέρωσε, η Ιουλία με ετοίμασε για να με πάει να με παρουσιάσει στον αδερφό της τον Γιώργο τον Κούκη. (Αυτό ήταν το οικογενειακό τους όνομα). Στην αρχή προβληματίστηκε, γιατί το κουστουμάκι που φορούσα είχε πάνω του έναν τεράστιο λεκέ. Μερικές μέρες πριν, ενώ έτρωγα με τον Χρήστο στην ταβέρνα του Ντάρλα το συνηθισμένο πατσά, κάνω μια έτσι, και τουμπάρω όλο το πιάτο πάνω στο σακάκι μου. Μόλις πήγαμε στο σπίτι, ο θείος μου άπλωσε το ρούχο σε μια καρέκλα μέχρι να στεγνώσει. Αυτό και έγινε. Έμεινε πια μια λευκή σκληρή κρούστα. Η Ιουλία, μη βρίσκοντας μέσα στα ρούχα μου κάτι άλλο να μού φορέσει, μου έβαλε αναγκαστικά το λεκιασμένο. Βγαίνοντας στο δρόμο, πέσαμε πάνω στον κυρ Κώστα, τον άντρα της κυρα Ελπίδας, που έμεναν εκεί κοντά. «Βρε Ιουλία; Ποιός είναι ο λιμοκοντόρος;», «Ο Δημητράκης», απαντά η Ιουλία, «ο ορφανός ανιψιός του Αντώνη… Θα μείνει μαζί μας». Και ο κυρ Κώστας: «Γειά σου Δημητράκη… Πού το κονόμησες το …πλαστρόν;»… Ο Κυρ Κώστας που δούλευε σερβιτόρος στην «Νεράιδα», στην παραλία, ήξερε πολύ καλά τι είναι το πλαστρόν. Εγώ το έμαθα πολύ αργότερα όταν πρωτόειδα μαέστρο να διευθύνει συμφωνική ορχήστρα στο Ηρώδειο…
   Ο θείος μου ο Αντώνης θεώρησε πρέπον να μου δώσει μερικές συμβουλές, έτσι για  αρχή. «Κοίτα, Δημητράκη παιδί μου: Να είσαι καλό παιδί και να μη κάνεις σκανταλιές. Η θεία σου από δω, χωρίς να έχει καμιάν υποχρέωση ανέλαβε να σε μεγαλώσει. Να μην της αντιμιλάς, και να την ακούς. Ύστερα, κοίτα να διαβάζεις τα μαθήματά σου για να μάθεις γράμματα, και να γίνεις χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία… Α!.. Και κάτι άλλο. Δύο πράγματα δεν θέλω να γίνεις: Κλέφτης και αχάριστος. Για μένα, αυτά είναι τα χειρότερα ελαττώματα»…
   Αχάριστος ποτέ δεν υπήρξα. Και στα στερνά του Χρήστου αλλά και του Αντώνη αργότερα, το απέδειξα…
   Όσο για κλέφτης…
   Ύστερα από δύο χρόνια, πήγα και έπιασα δουλειά στον αδερφό της Ιουλίας, μιάς και ήταν καλοκαίρι και ως εκ τούτου δεν είχα σχολείο. Εκεί, δούλεψα σα μπακαλόγατος. Ο Κούκης ήταν ένας τσιγκούναρος καραμπινάτος. Ποτέ  του δεν με πλήρωσε. Έτσι και γώ,  αρκέστηκα κοντά του στο να ευχαριστηθώ δύο πράγματα: Τις βόλτες που έκανα με το ποδήλατο όταν πήγαινα να παραδώσω τα τρόφιμα στα σπίτια των  πελατών, και τα σαλάμια που του έκλεβα… Έκοβα με τη μαχαίρα ένα μεγάλο κομμάτι μορταδέλα, το έχωνα στον κόρφο μου, και μόλις έφτανα σε κάποιο έρημο μέρος, (από ερημιές στο τότε Φάληρο άλλο τίποτα), καθόμουν και το απολάμβανα, μην έχοντας καμιά τύψη, καθώς αυτό το σαλάμι το θεωρούσα κάτι σαν πληρωμή… Πού να το μάθαινε αυτό ο Αντώνης!...
   Να που πιο γρήγορα απ’ όσο υπολόγισα, αυτό μου το γραφτό θα με πάει πάλι πίσω, σε κείνη την αυλή…
   Μια μέρα λοιπόν που ο Χρήστος κοιμόταν, ψάχνω την τσέπη του σακακιού του, και από ένα μάτσο χαρτονομίσματα που βρήκα εκεί, παίρνω ένα δεκαχίλιαρο. Το χώνω στην τσέπη μου, και μια και δυό τρέχω στο ψιλικατζίδικο της γωνίας. Αγοράζω ένα μολύβι κι ένα ελικοπτεράκι. Δίνω το δεκαχίλιαρο, και δίχως να περιμένω τα ρέστα, φεύγω χαρούμενος για το σπίτι. Φτάνω στην αυλή, και το πρώτο που κάνω ήταν να παίξω με το παιχνίδι που μόλις είχα αγοράσει. Κάνω μια έτσι: Φράπ, και πάει το τσιγκάκι. Χάθηκε στο συνηθισμένο αεροδιάδρομο που οδηγούσε στα κεραμίδια. Την άλλη μέρα, περνάει ο θείος μου έξω από το ψιλικατζίδικο. Βγαίνει η κυρα Μαίρη και τον πιάνει: «Βρε Χρηστάκη, μη στέλνεις τον μικρό να ψωνίσει με τόσο χοντρά λεφτά!.. Ήρθε χτές, πήρε ο,τι πήρε, κι έφυγε σαν κυνηγημένος χωρίς καν να περιμένει να πάρει τα ρέστα: Νά!... Πάρτα»… Το ακούει ο Χρήστος και μένει αποσβολωμένος. Από το περυσινό επεισόδιο με αυτήν την απατεώνισσα, δεν μου ξανάδωσε λεφτά στο χέρι. Κατάλαβε τι είχε συμβεί. Ύστερα ήρθε στο σπίτι. Εγώ μουτζούρωνα κάτι χαρτιά με το μολύβι που είχα πάρει μόλις την χθεσινή μέρα. Δεν μου είπε τίποτα… Έτυχε, τώρα, να είναι από τις σπάνιες μέρες που έμενε σπίτι ο θείος ο Αντώνης. Ο Χρήστος του λέει το γεγονός, και …ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε. Βγάζει την ζωστήρα του, και μια και τούτη, μια και κείνη, έμαθα για πρώτη φορά, κάτι που ποτέ στην ζωή μου δεν είχα μάθει: Το ξύλο… Ο Χρήστος ποτέ δεν είχε απλώσει χέρι πάνω μου, ούτε πολύ περισσότερο η Πόπη, όποια σκανταλιά κι αν είχα κάνει. Ακόμη και τότε πού είχα φύγει μόνος μου από το Σινεάκ. «Νά, βρέ, πάρε κι αυτήν, που θα μού γίνεις κλέφτης… Κλέφτη μωρέ θα μεγαλώσουμε στο σπίτι μας; Να, πάρε και τούτη»… Οι σπαραχτικές φωνές μου ξεσήκωσαν ακόμα και την διπλανή αυλή. Σήμερα, θα είχε γίνει καταγγελία, και ο Αντώνης θα είχε συλληφθεί για κακοποίηση ανηλίκου. Όμως, ο θείος μου τέλειωσε ανενόχλητος το θεάρεστο έργο του. Θεάρεστο πράγματι, γιατί ποτέ ξανά στην υπόλοιπη ζωή μου δεν διανοήθηκα να κλέψω. Ακόμη και όταν αργότερα ασχολήθηκα με επάγγελμα συμβατό με την κλοπή, (ας με συγχωρέσουν οι έμποροι), όχι μόνο δεν έκλεψα, αλλά ήμουν πάντα με τον σταυρό στο χέρι, που λένε. Γι αυτό και δεν απεκόμισα χρήματα ανάλογα με το επάγγελμα που τελικά ύστερα από τόσες και τόσες περιπέτειες εξάσκησα.
   Όλα τα κατοπινά μου χρόνια αυτή η φράση του τιμωρού μου, «κλέφτης θα γίνεις μωρέ;» έμεινε έντονα χαραγμένη μέσα στο μυαλό μου: Με ακολούθησε σ όλη μου την ζωή, όπως και το «μάτι»…
   Κάποτε η Τασία με πήρε μαζί της για ψώνια. Περνώντας από το Μοναστηράκι βλέπω έναν άνθρωπο φορτωμένο με ένα μεγάλο μπρούντζινο καζάνι στην πλάτη. Κάθε τόσο φώναζε: «Σαλέεεεπι»… Ρωτάω την Τασία: «Τι λέει;» Και η Τασία: «Σε βλέπει»… Μετά από καμιά βδομάδα, πήγαμε στην εκκλησία,  του Χριστού, κι εκεί παρατήρησα αυτό το τεράστιο μάτι που βρισκόταν πάνω από την ωραία πύλη. Από τότε, το νοιώθω πάντα πίσω μου, να με ακολουθεί αδυσώπητο  βλέποντας όλες μου τις πράξεις… «Σε βλέπω»…
   Γυρνάω πάλι στο Παλαιό Φάληρο…
   Σχολείο;
   Είχα αφήσει το σχολείο που πήγαινα στην Αθήνα, ένα ιδιωτικό σχολείο στην αρχή της Πανδρόσου, στην πλατεία Μητροπόλεως. « Αδελφές Σακελαριάδου». Θυμάμαι ότι η μία απο τις αδερφές, η κυρία Ανθή, είχε καταστεναχωρεθεί. Ήταν όμως αδύνατον να συνεχίσω στο ίδιο σχολείο. Τι θα γινόταν λοιπόν; Ο Δημητράκης έπρεπε να πάει σε ιδιωτικό σχολείο. Ο Χρήστος ήταν ανένδοτος. «Θα πληρώνω εγώ», δήλωσε...
   Όμως δε χρειάστηκε κι αυτή η θυσία. Ο Αντώνης βρήκε την λύση: Σαν κουρέας που ήταν, κατάφερε να πάρει τα κουρέματα των οικότροφων της διάσημης Σχολής Χαντζηκωνσταντίνου, με αντάλλαγμα να με δεχτούν στο σχολείο χωρίς να πληρώνουμε. Με συμψηφισμό δηλαδή… Του Χαντζηκωνσταντίνου ήταν γερό σχολείο. Τα μαθήματα ήσαν προχωρημένα. Δεν μπόρεσα να προσαρμοστώ, με αποτέλεσμα να μείνω στην ίδια τάξη στην Γ’ Δημοτικού (!). Αλήθεια, τί μου έμεινε από αυτό το σχολείο; Μα η …μουσική. Είχε έναν εκπληκτικό δάσκαλο, τον κύριο Γεωργίου. Τα τραγούδια που τραγουδούσαμε τα θυμάμαι ακόμα: «Της δεξαμενής οι βάτραχοι» και «Σε μια ρόγα από σταφύλι». Ξέρω ότι δεν σας λένε τίποτα. Εγώ όμως όταν τα σκέφτομαι μου φέρνουν τόσα στο νου… Τα τραγουδούσα όταν πήγαινα στον θείο μου το φαγητό που μου έδινε η Ιουλία τυλιγμένο σε κείνη την καρό πετσέτα. Τα τραγουδούσα όταν περνούσα από αυτούς τους μυρωδάτους κήπους του Φαλήρου, θαυμάζοντας τα παράξενα σπίτια με τους πυργίσκους, τα αετώματα, τις σοφίτες, και τους ξύλινους θριγκούς. Σπίτια που δεν υπάρχουν πιά, που τα κατάπιαν οι απρόσωπες πολυκατοικίες, και μόνο στα όνειρά μας ξανάρχονται  να μας θυμίζουν μια χαμένη ζωή…
   Αχ αυτοί οι άτιμοι οι συνειρμοί πώς με ταξιδεύουν πίσω στο χρόνο. Είναι κάτι σαν μηχανή του χρόνου. Η μυρωδιά του παστουρμά με ταξιδεύει κατ’ ευθείαν στο σπίτι του Λαμπαδαράκη, οι ντολμάδες αυγολέμονο στην ταβέρνα του Ξινού στην Πλάκα, και  η μπουγάτσα, με πάει στην πρώτην εκείνη φορά που με πρωτοπήρε ο Αντώνης στο Φάληρο, πολύ πριν παντρευτεί.
   Ο θείος μου ο Αντώνης-όπως ήδη έχω πει- ήταν αριστερός. Για κάμποσο καιρό είχε καταφέρει να κρυφτεί. Όταν αντιλήφτηκε τις πρώτες σφαγές των Δεκεμβριανών, το έσκασε από την οργάνωση. Έτσι, τα κατάφερε να τον κυνηγούν και τα δυό αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Και οι κομμουνιστές, και οι Χίτες. Όταν τέλειωσαν τα γεγονότα και οι δεξιοί ήρθαν στα πράγματα, φυσικό ήταν να του μείνει η ρετσινιά του αριστερού… Έτσι τώρα τον κυνηγούσαν μόνο οι δεξιοί, ώσπου στο τέλος τον τσάκωσαν. Αρχικά τον έκλεισαν στο Ίδρυμα Χατζηκώνστα. Το ορφανοτροφείο αυτό, που είχε μετατραπεί προσωρινά σε φυλακή, και που αργότερα το κατεδάφισε ο Όθων Λέφας Τετενές, για να αναγείρει εκεί το πρώτο τερατούργημα της Αθήνας, την πρώτη πολυκατοικία, συνέχιση της φυλακής δηλαδή…
   Στη φυλακή αυτή με είχε πάει μια μέρα ο Χρήστος, στο επισκεπτήριο. Και να πάλι, τεσσάρων χρονών τότε, να θυμάμαι με εκπληκτικήν ευκρίνεια δύο εικόνες: Η πρώτη είναι της στρογγυλής εκείνης τρυπούλας που άνοιγε στην πόρτα, και ένα μάτι- να το πάλι το μάτι- να κοιτάζει έξω, εκεί που καθόμαστε. Η Δεύτερη είναι όταν, αφού επιτέλους μπήκαμε μέσα, είδα τον θείο μου τον Αντώνη, ο οποίος αφού με φίλησε, με ανέβασε στους ώμους του, και με πήγε μέχρι την καντίνα οπου μου πήρε μια σοκολάτα… Ποιος θα  πιστέψει ότι θυμάμαι ακόμα και την διαρρύθμιση των φυλακών; Διώροφος χώρος με κελιά γύρω-γύρω και στη μέση μια αυλή;
   Η συνέχεια για τον Αντώνη είναι πρώτα Ελ Ντάμπα, στην Αιγυπτιακή αυτή έρημο που τους πήγαν οι Εγγλέζοι, ύστερα γυρισμός και εξορία στον Αη Στράτη. Τελικά, μιάς και μετά από την εκτέλεση της μάνας μου είχε ήδη μέσα του αποκηρύξει τον Κομμουνισμό, δεν ήταν και δύσκολο να δηλώσει Μετάνοια. Έτσι τον αφήσανε. Τότε θυμήθηκε κάτι παλιούς γνωστούς που είχε στο Φάληρο, κατέβηκε και τους βρήκε. Εκεί τον εκτίμησε ένας άγιος άνθρωπος, ο μαστροκώστας ο Παυλίδης, που του παραχώρησε ένα μικρό χώρο στο υπόγειο της ταβέρνας που διατηρούσε στην παραλία. Στον χώρο αυτό, ο Αντώνης κούρευε και ξύριζε τους γνωστούς, και σιγά-σιγά σχηματίστηκε ο πρώτος πυρήνας της πελατείας του. Εκεί στο υπόγειο κοιμόταν για να είναι κοντά στη δουλειά του, μιάς και οι συγκοινωνίες τότες ήσαν δύσκολες.  Ο μαστροκώστας ήταν τόσο πονόψυχος, που  αν και φανατικός δεξιός αυτός, διευκόλυνε κάποιον αριστερό, έστω και δηλωσία. (Ο Αντώνης, σαν τίμιος άνθρωπος που ήταν, του είχε εξιστορήσει τα πάντα, όσα τον αφορούσαν)…
   Εκείνη λοιπόν τη μέρα, ξεκίνησα  με τον Αντώνη, πρωί-πρωί, στις 5 η ώρα, για το Φάληρο. Στην πλατεία Ψυρή, υπήρχε κάποιος υπαίθριος πωλητής μπουγάτσας. Ο Αντώνης παράγγειλε μία, και εγώ αφού πριν χάζεψα την γνωστή διαδικασία (της γρήγορης κοπής σε μικρά κομματάκια και του πασπαλίσματος με την κανέλλα και την άχνη), δοκίμασα για πρώτη φορά στη ζωή μου μπουγάτσα. Από τότε η μπουγάτσα μου θυμίζει το πρώτο μου ταξίδι στο Παλαιό Φάληρο.
    Η πελατεία του Αντώνη όλο και μεγάλωνε, και τότε ο Χρήστος, ( πάλι ο Χρήστος), τον βοήθησε οικονομικά να ανοίξει ένα μικρό κουρείο, στην πλατεία του Φλοίσβου… Απ’ ό,τι θυμάμαι, πάντα είχε οικονομικά προβλήματα Πάντα χρωστούσε. Πάντα μιλούσε για κείνον τον τοκογλύφο αστυνομικό, τον Μπούλακα, που τον δάνειζε με υποθήκη το σπίτι της κακομοίρας της Ιουλίας. Ποτέ μου δεν κατάλαβα πώς μετά τόσα χρόνια βρισκόταν χρεωμένος, πότε στο ΙΚΑ, πότε σ’ αυτόν τον Μπούλακα. Και δεν είχε- να πεις- κάνα κουσούρι από αυτά που καταστρέφουν ολόκληρες οικογένειες. Ούτε γυναικάς ήταν, ούτε χαρτιά έπαιζε, ούτε στον ιππόδρομο είχε πατήσει ποτέ του, μολονότι λόγω της γειτνίασης του Φαλήρου με το  «Δέλτα», είχε γύρω του πολλούς «αλογομούρηδες», όπως ονόμαζαν τότε τους παθιασμένους φιλίππους… Ο Αντώνης  όμως ήταν φιλότιμος. Αν και ήξερε ότι σ’ ένα νεύμα του ο αδερφός του θα έσπευδε να τον συντρέξει, δεν του ξαναζήτησε ποτέ βοήθεια. Του αρκούσε αυτή η βοήθεια σε είδος που έφερνε ο Χρήστος ανελλιπώς κάθε Κυριακή.
   Τώρα που μίλησα για βοήθεια, μου ήρθε στο νου η Αμερικανική βοήθεια της ΟΥΝΡΑ, που με διάφορα είδη είχε κατακλύσει τότε την Ελλάδα. Θυμάμαι αυτούς τους τενεκέδες με το κίτρινο τυρί, το γάλα σκόνη, τις κονσέρβες με το «κορνεμπίφ». Μέχρι και οδοντόκρεμες μας μοίρασαν, για να έχουμε να πλένουμε τα δόντια μας, μιάς και «οι άλλοι στο Παραπέτασμα δεν είχαν, και έπλεναν το δόντια τους με αλάτι»… Μας έδωσαν ακόμα και μαλλί για να πλέξουν οι μανάδες στα παιδιά τους φανέλες, γιατί η φτώχια ήταν τόση που τα διαθέσιμα για ρούχα ήσαν λιγοστά… Εμένα την μπλούζα  μου την έπλεξε η Ιουλία. Ακόμα θυμάμαι την φαγούρα που προκαλούσε σε μας τα παιδιά το χοντρό άγριο μαλλί. Πέφταμε για ύπνο και αρχίζαμε το μανιασμένο ξύσιμο. Ξυνόμασταν σα τα σκυλιά που τα τρελαίνουν τα παράσιτα. Στα επίκαιρα, στο Σινεάκ, που με πήγαινε -πιο σπάνια τώρα- ο Χρήστος, είδα τις Αμερικανίδες κυρίες της ΟΥΝΡΑ, που γυρνώντας στα σχολεία,  έβαζαν κάτι καλοντυμένα ροδοκόκκινα αμερικανάκια που είχαν φέρει μαζί τους, να μοιράζουν δέματα στα κακόμοιρα ελληνόπουλα… Αλλά και εμείς, σα λαός, δεν φανήκαμε αχάριστοι. Αν πάει κανείς σήμερα στη Νίκαια θα βρεθεί στην Πλατεία Αμερικανίδων Κυριών, με την προτομή μιας γυναίκας στη μέση: «Αμερικανίς Κυρία»(!!!)…
   Θα κάνω εδώ μια μικρή παρένθεση γράφοντας και για άλλα, που λόγω ηλικίας δε θα μπορούσα τότε να αντιληφθώ, αλλά τα έμαθα αργότερα. Είναι μια μικρή αναδρομή στα γεγονότα που συνέβησαν από την εποχή που τώρα μόλις περιέγραψα, μέχρι τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου, αναδρομή χρήσιμη νομίζω, για την οικονομία του γραφτού μου.
    Αυτήν την εποχή, μια νέα τάξη άρχισε να δημιουργείται στη χώρα: Η τάξη των καταφερτζήδων, της αρπαχτής. Η τάξη των «δικών μας». Το μεγαλύτερο μέρος της βοήθειας κατέληξε στα χέρια τους. Και από κοντά, οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες της κατοχής που ήξεραν καλά την «δουλειά». Και όταν κατέφθασε και η χρηματική-σε δολάρια- βοήθεια, άρχισε το ξέφρενο πάρτι. Όλοι οι «δικοί μας» βοηθήθηκαν με τον ένα η με τον άλλο τρόπο. Νέα τζάκια αναδύθηκαν από το πουθενά… Ο Μαρκεζίνης ανακοινώνει αιφνιδιαστικά την αναπροσαρμογή της δραχμής έναντι του δολαρίου. Στην ουσία, την υποτίμηση της Δραχμής στο μισό. Οι «ημέτεροι» το γνωρίζουν από μέσα. Προλαβαίνουν. Μετατρέπουν τα σχεδόν άχρηστα χαρτονομίσματά τους σε χρυσές λίρες. Ο λαουτζίκος το μαθαίνει από το ραδιόφωνο. Τηλεοράσεις δεν υπήρχαν τότε. Όλα μαθεύονται από το ραδιόφωνο: «Πέθανε ο Παπάγος»… «Πρωθυπουργός ο Καραμανλής». Ανασυγκρότηση : ΔΕΗ-φράγματα- Εθνική Οδός-ξήλωμα τράμ- αντιπαροχή-κατεδάφιση των νεο-κλασικών. Ο Όθων Λέφας Τετενές νικάει κατά κράτος τον Τσίλερ. Και οι ημέτεροι συνεχίζουν το ξέφρενο πάρτι τους. Μεγαλοεργολάβοι, βιομήχανοι, μεγαλέμποροι. Αυτή είναι η μαγιά του ενσκήπτοντος νεοπλουτισμού, που φέρνει μαζί του την επίδειξη, και κοντά σ’ αυτήν το κιτς… Στο μεταξύ στην τάξη αυτή των νεόπλουτων προστίθενται και οι νικητές του εμφύλιου. Αυτοί, λίγο-πολύ θεωρούν την Ελλάδα ιδιοκτησία τους και με αυτήν τη νοοτροπία διαμορφώνουν την νέα κοινωνική δομή της χώρας… Διορίζουν όποιους θέλουν, απoκλείουν όποιους δεν  θέλουν. Τότε αρχίζει να διογκώνεται το Δημόσιο. Ο κάθε πολιτικός ή οικονομικός παράγοντας βάζει μέσα τους δικούς του να φάνε κι αυτοί. Οι άλλοι όπως είπα αποκλείονται. Και για να είναι ελεγχόμενος ο αποκλεισμός, εφευρίσκονται τα πιστοποιητικά των κοινωνικών φρονημάτων… Εν τω μεταξύ, η ρεμούλα συνεχίζεται. Από τους έχοντες και κατέχοντες, φόρους πληρώνουν οι λίγοι. Οι πολλοί στέλνουν το συνάλλαγμά τους στην Ελβετία. Μαζεύουν λίρες. Εδώ μένει η χαρτούρα για να πληρωθούν οι βιοπαλαιστές. Με την χαρτούρα αγοράζονται το ψωμί, οι πατάτες τα αγγούρια. Όμως οι μεγάλες δοσοληψίες όπως η αγορά οικοπέδων η σπιτιών, πραγματοποιούνται με λίρες…
   Τα μεγάλα δημόσια έργα τα παίρνουν οι «ημέτεροι» με αδιαφανείς διαδικασίες. Ομοτράπεζοι, κουμπάροι, καταφερτζήδες, σωρεύουν πλούτο. Και κατά έναν περίεργο τρόπο, όταν είναι να γίνει κάποιο γεγονός που «έχει μάσα», διαδίδεται μεταξύ τους εν μια νυκτί. Όπως η περίπτωση της υποτίμησης της δραχμής, η εκείνη της διάνοιξης του νέου παραλιακού δρόμου βουλιαγμένης-Σουνίου. Οι ημέτεροι που γνώριζαν από πρίν για το μελλοντικό έργο, αγόρασαν για ένα κομμάτι ψωμί βράχους και παραλάσσια χωράφια. Την επομένη ήσαν πλούσιοι ιδιοκτήτες πανάκριβης γής…
   Τώρα λοιπόν, ύστερα από την μακρά αυτή παρένθεση, θα ξαναγυρίσω στα σχολικά. Έχω αφήσει την ιστορία μου στη σχολή Χαντζηκωνσταντίνου. Την επόμενη χρονιά άνοιξε ένα Δημοτικό σχολείο πολύ κοντά στο σπίτι μας. «Το Μικρό Σχολειό». Δυό αδερφές, κοριτσόπουλα που μόλις είχαν τελειώσει την Παιδαγωγική Ακαδημία, είχαν την τύχη να έχουν πατέρα με πολλούς παράδες. Τον Κεφαλλονίτη αυτοκινητιστή Γερόλυμο. Οι Αδερφές Γερολύμου λοιπόν, η κυρία Δέσποινα και η κυρία Καίτη, άνοιξαν το σχολείο, που από την πρώτη χρονιά μάζεψε πολλά παιδιά, καθ’ όσον οι νεαρές αυτές δασκάλες ήσαν πολύ γλυκές και συμπαθητικές. Τα νιάτα τους, η φρεσκάδα τους, αλλά και η όρεξή τους για δουλειά τις βοήθησαν πολύ…
 Ο Αντώνης με έγραψε λοιπόν εκεί, στην ίδια τάξη βέβαια, στην Τρίτη. Ύστερα από ένα μήνα η κυρία Καίτη που ήταν και η Διευθύντρια, κάλεσε τον θείο μου στο γραφείο: «Δεν μπορώ να καταλάβω πώς άφησαν αυτό το παιδί στη ίδια τάξη», του είπε. « Εδώ είναι ο πρώτος μαθητής. Πανέξυπνος, και με μία εκπληκτική μνήμη. Πρίν από λίγες μέρες του μίλησα ιδιαίτερα, εδώ, σε τούτο το γραφείο.  Μου μίλησε για την μαμά του, για τον θείο του τον Χρήστο, για σάς». Δίστασε για λίγο, και συνέχισε: « Κύριε Αντώνη, με συγχωρείτε… Το θέμα είναι   λεπτό, αλλά νά… Ξέρετε… ρώτησα για σας και έμαθα για την οικονομική σας κατάσταση. Το συζήτησα με την αδελφή μου και αποφασίσαμε να σας προτείνουμε να πληρώνετε τα μισά δίδακτρα για τον Δημήτρη»…
   Ο Αντώνης μπορεί να ήταν ένας φτωχός κουρέας, αλλά είχε ζήσει μέσα στον κόσμο. Όπως και ο Χρήστος, καταλάβαινε πολλά. Δέχτηκε βέβαια την προσφορά, αλλά στο δρόμο για το σπίτι σκεφτόταν: «Να σας προτείνουμε… Και όχι σκέτο αποφασίσαμε να μας πληρώνετε τα μισά. Τι λεπτότητα αλήθεια!... Αξίζει αυτά τα κορίτσια να πάνε μπροστά»…
   Όταν γύρισε στο σπίτι, μου είπε: «Δημητράκη, σήμερα ξεπλήρωσες ένα μικρό μέρος από την υποχρέωσή σου». Και μου διηγήθηκε όλο τον διάλογο που είχε με την κυρία Καίτη…
   Τον επόμενο  Σεπτέμβρη, η εγγραφή των μαθητών ήταν τόσο αθρόα που με το ζόρι χωρέσαμε στο μικρό σχολείο. Η φήμη των κοριτσιών ξεπέρασε την μικρή μας συνοικία, και γονείς από το κέντρο του Φαλήρου έσπευσαν να εμπιστευθούν τα παιδιά τους στις προοδευτικές δασκάλες. Και αυτές έκαναν το μεγάλο άλμα: Νέο σχολείο, τριπλάσιο αυτή τη φορά. Η «Φαληρική Σχολή»… Μέχρι και δάσκαλο χορού είχαν. Τον κύριο Κάκκαρη. Που μας μάθαινε από καλαματιανό, μέχρι… καντρίλιες. «Προμενάντ», «φραπέ», «σανζέ λε ντάμ»… Έλεγε ο κακόμοιρος και προσπαθούσε να μάθει τον δύσκολο χορό στα… αγγούρια. Στις επιδείξεις είχαμε και το σόου της συμμαθήτριά μας Άννης Πέτροβα, που ήταν προχωρημένη στο μπαλέτο, και «χόρευε στις μύτες των παπουτσιών»… Αργότερα έκανε καριέρα, και κάποτε την συνάντησα στη Λυρική και θυμηθήκαμε με συγκίνηση τα παλιά. Την ωραία εκείνη εποχή στη Φαληρική Σχολή… Εκεί που είχα και τον …πρώτο μου έρωτα: Την ανιψιά των αδερφών Γερολύμου, την Ελευθερίτσα, που μια μέρα που είμαστε μόνοι στην τάξη, μου έγραψε στον πίνακα: «ΣΑΓΑΠΩ»…
   Το επόμενο Ιούνιο, η αποφοίτησή μου από το Δημοτικό, συνοδεύτηκε από το πρώτο βραβείο επιμελείας, γραμμένο με τα υπέροχα καλλιγραφικά γράμματα της κυρίας Καίτης… Και όλος υπερηφάνεια γύρισα στο σπίτι και το μοστράρισα στον θείο τον Αντώνη, ο οποίο δεν ήταν παρών στις σχολικές επιδείξεις γιατί δούλευε. Ήταν Σάββατο και πάντα αυτή τη μέρα η πελατεία στο κουρείο ήταν πολυπληθής. Όταν μετά από μια βδομάδα πήγαμε μαζί για να πάρω το απολυτήριό μου, ο Αντώνης πρόσφερε μιάν ανθοδέσμη στην κυρία Καίτη. «Από τον Χρήστο, τον θείο του Δημητράκη», της είπε με συγκίνηση. Και εκείνη, μου έδωσε το απολυτήριο, και με φίλησε: «Στο καλό Δημητράκη, ομόρφυνες το σχολείο μας. Καλή πρόοδο. Πήγαινε τώρα να χαιρετήσεις όσα παιδιά βρείς έξω». Είπε, και έκανε ένα νεύμα στον θείο μου να μείνει. Ποτέ δεν μου απεκάλυψε ο θείος μου τον σύντομο διάλογο που είχαν μεταξύ τους. Φαντάζομαι κάτι σχετικό με το μέλλον μου, γιατί στο δρόμο μου είπε ο Αντώνης: «Άντε να δούμε τι θα κάνουμε με σένα Δημητράκη»… Βέβαια δεν έκανε τίποτε άλλο για μένα. Δεν μπορούσε άλλωστε. Είχε τόσα προβλήματα. Και η συνέχεια θα περιελάμβανε φροντιστήρια και ένα σωρό άλλες θυσίες. Πώς να τα βγάλεις πέρα όταν μάλιστα έχεις πάνω από το κεφάλι σου έναν φοβερό και τρομερό Μπούλακα; Και ο μόνος που θα μπορούσε να βοηθήσει, είχε αρχίσει να βαραίνει. Η Υγεία του δεν πήγαινε καλά, αλλά ούτε και οι δουλειές του στην Πλάκα. Τα χρόνια περνούσαν, η ζωή άλλαζε με μεγάλες ταχύτητες, καθώς και η διασκέδαση στα νυχτερινά κέντρα: Λουλούδια, μπαλόνια, και άνθρωπος του μαγαζιού να πουλάει τώρα τα τσιγάρα στους θαμώνες. Όλο το κέρδος στον μπεζαχτά του μαγαζιού…                       
   Και κάτι τελευταίο για τα πρώτα αυτά σχολικά χρόνια: Εγώ την ορφάνια την είχα συνηθίσει. Όσο μέναμε στην αυλή κόντευε να μου γίνει παρατσούκλι. Δεν έδινα σημασία. Δεν μου είχε λείψει η μητέρα, ίσως γιατί ακόμα δεν είχα καταλάβει αυτή την έννοια εφ’ όσον δεν την είχα καν γνωρίσει… Κάποια Χριστούγεννα όμως, τα πρώτα στη σχολή των αδερφών Γερολύμου, είχαμε γιορτή με χριστουγεννιάτικο δέντρο, με το τραγούδι «Άγια νύχτα» να το τραγουδάμε όλοι μαζί, με σκέτς, με ποιήματα… Με το τέλος της γιορτής, κατάλαβα για πρώτη φορά στη ζωή μου τί είναι να μην έχεις γονείς… Ο Αντώνης την παραμονή των Χριστουγέννων είχε την πιο προσοδοφόρα μέρα του, η Ιουλία δεν είχε καλά ρούχα να βάλει, και έτσι όταν σχόλασε η γιορτή, έμεινα εγώ μόνος σε μια γωνιά να κοιτάζω τους γονείς, των συμμαθητών μου, που αφού είχαν παρακολουθήσει τη γιορτή παραλάμβαναν τα παιδιά τους. Από τότε νοιώθω πάντα μια θλίψη στις γιορτές, και το τραγούδι «Άγια Νύχτα», μου φέρνει μιαν ακατάσχετη μελαγχολία… Θέλω να τελειώνουν γρήγορα. Να ξεμπερδεύω με δαύτες…
   Πώς ήταν η νέα μου ζωή με τον Αντώνη και την Ιουλία; Κατ’ αρχάς πολύ δύσκολη. Όχι πως μου έλειπε η στοργή, αλλά αυτή η Ιουλία-πώς να το πούμε;- ήταν ξύλο απελέκητο… Είχε φύγει από το χωριό της, τις Κονίστρες Ευβοίας, από τα 13 της να πάει να δουλέψει σε μια πλούσια θεία της στη Χαλκίδα. Στην οικογένεια Βαμβακούλα. Μετά από 25 χρόνια ευδοκίμου υπηρεσίας, σχόλασε και ήρθε στο Παλαιό Φάληρο, όπου διατηρούσε μπακάλικο ο αδερφός της Γιώργος. Είχε μαζί της μια βαλίτσα με αποφόρια, και μια κάλτσα που μέσα της φύλαγε τους κόπους 25 χρόνων. Τις 20 χρυσές λίρες που της είχαν μαζέψει κομμάτι-κομμάτι τ’ αφεντικά της… Έδωσε τις λίρες στον αδερφό της και αυτός της αγόρασε ένα οικόπεδο εκτός σχεδίου. Μέσα σ’ ένα χρόνο χτίστηκε το μικρό σπιτάκι, και νά τη η… πολύφερνη νύφη… Έτοιμη. Βρέθηκε η προξενήτρα, βρέθηκε κι ο γαμπρός, και μια μέρα του 1949, ο Αντώνης και Ιουλία χόρεψαν τον χορό του Ησαΐα…
  Η Ιουλία λοιπόν, δεν είχε ιδέα από κόσμο. Πολύ περισσότερο δεν είχε ιδέα περί του τρόπου που ανατρέφεται ένα παιδί, και μάλιστα με τις ιδιαιτερότητες τις δικές μου. Η προσαρμογή μου στη νέα μου ζωή θα έπρεπε να γίνει σταδιακά και προσεχτικά. Πού να το καταλάβει όμως αυτό η άπειρη περί αυτά γυναίκα; Πού να καταλάβει πως ένα αμάθητο παιδί δεν μπορεί να φάει μελιτζάνες και πολύ περισσότερο… κουνουπίδι καπαμά; Άσε τώρα τα φασόλια και τα ρεβίθια, άσε τις μπάμιες. Τσαντιζόταν μάλιστα επειδή μου αρέσανε τα μεζεδάκια: Κάνα κεφαλοτύρι τηγανητό που συνήθιζε ο Αντώνης, ή κάνα λουκανικάκι. «Αυτά σου αρέσουν, έεε; Πολύ καλομαθημένος μου είσαι!» Και δως’ του να με μπουκώνει με τα αηδιαστικά-όπως μου φαίνονταν τότε- φαγητά. (Σήμερα  τρελαίνομαι για τις μελιτζάνες)… Άρχισαν από τότε οι πρώτες δυσκολίες. Συνηθισμένος να μη μου χαλάνε χατίρι, αλλά και σε άλλο τρόπο ζωής, άρχισα να ζορίζομαι. Ειδικά, κάθε πρωί είχα μεγάλο πρόβλημα με το γάλα. Είχε το συνήθειο, έτσι όπως ήταν καυτό να ρίχνει μέσα ψίχες αλλά και τις άκρες από τις κόρες του ψωμιού, με αποτέλεσμα να γίνεται το γάλα λάσπη. Ένας γλοιώδης πολτός. Μου ερχόταν αναγούλα. Και όταν μια μέρα έκανα εμετό μεσα στο κατσαρολάκι, μου επέβαλε να τον… φάω!... Μωρέ τί της έλεγε η φίλη της η Στάσα, που έμενε πιο πάνω και που κάθε βράδυ παίζανε κολτσίνα… Ή η αδερφή της η Ζαχαρούλα, που ερχόταν συχνά στο σπίτι- άλλη ιστορία κι αυτή. Θα επανέλθω. Τώρα μιλάω για την παπάρα- Τίποτα…  Η Ιουλία δεν καταλάβαινε θεό, που λένε. Αυτή, πεισματάρα όπως ήταν, καταπιεσμένη τόσα χρόνια στη θειά της στη Χαλκίδα, συνέχιζε το χαβά της… Κατά τ’ άλλα ήταν υπόδειγμα συζύγου. Βοηθούσε τον άντρα της όσο έπαιρνε. Νά οι μπουγάδες με τα πεσκίρια και τα πετσετάκια του κουρείου. Και ύστερα το ατέλειωτο σίδερο. Μια μέρα σιδέρωνε και συνάμα μου είχε ετοιμάσει το φαγητό μου: Ρύζι πιλάφι. Ο θεός να το κάνει πιλάφι. Χειρότερη ποιότητα ρυζιού δεν υπήρχε… Ρύζι γλασέ, πολύ βρασμένο, που είχε καταντήσει σαν κόλλα κολλαρίσματος. Άλλη δοκιμασία αυτή!... Μου είχε στρώσει μια πετσέτα στην άκρη του τραπεζιού  και στο υπόλοιπο έκανε τη δουλειά της. Μου γύριζε την πλάτη, έπαιρνε ένα πετσετάκι και το σιδέρωνε. Χράπ, στα δύο, χράπ στα τέσσερα, έτοιμο. Μόλις τέλειωνε, πάλι η ίδια διαδικασία. Έτσι εγώ, βρίσκοντας την κατάλληλη ευκαιρία, έχωνα το χέρι μου στο πιάτο άρπαζα μια χούφτα πιλάφι και το έχωνα στην τσέπη ενός γκρι  σακακιού που φορούσα. Κάποτε τέλειωσα. «Έφαγες Δημητράκη; Φχαριστήθηκες;». Απάντησα «ναί», και πήγα να πλύνω το χέρι μου στο βρυσάκι πριν πάρει είδηση ότι ήταν πασαλειμμένο με ρύζια. Έφτανε άνοιξη, δειλά-δειλά άρχιζε ο καιρός να ζεσταίνει, και ύστερα από δυό μέρες κρεμάσαμε το σακάκι στην κρεμάστρα. Πέρασαν καμιά δεκαριά μέρες ακόμα, και τότες η θειά μου παρατήρησε ότι η τσέπη του γκρι σακακιού είχε πρασινίσει. Ήταν το ρύζι που είχε μουχλιάσει… Η Ιουλία έπαθε αποπληξία…
   Ο αδερφός της, της έδινε κατά καιρούς ο,τι ήταν στα πρόθυρα να χαλάσει. Τυρί φέτα ας πούμε. Εκείνη μου ετοίμαζε σάντουιτς με αυτό ακριβώς το τυρί, που μύριζε από μακριά ποδαρίλας. Βγαίνοντας από το σπίτι για το σχολείο, πέταγα τη σακούλα στο απέναντι χωράφι. Ήμουν βλέπεις και αγαθό. Δεν περίμενα να απομακρυνθώ λίγο… Η Ιουλία που πήγαινε κάθε τόσο να μαζέψει χόρτα, βρήκε μια μέρα δυό- τρείς σακούλες με σάντουιτς. Έγινε στο σπίτι μεγάλη φασαρία. Ο Αντώνης μου έριξε μερικές παλαμιές, αλλά αυτά και άλλα έκαναν τα νεύρα της γυναίκας του τσατάλια. Πολύ αργότερα επήλθε η μεταξύ μας ρήξη, καθώς η Ιουλία μην κάνοντας δικά της παιδιά, αλλά και από άλλες αιτίες, κατάντησε ψυχονευρωτική…
   Όπως έγραψα πάρα πάνω, στο σπίτι μας ερχόταν ταχτικά η αδελφή της η Ζαχαρούλα με τη μικρή Μαρία, το κοριτσάκι της, και τον άντρα της τον Βαγγέλη, ένα θεοπάλαβο πλην όμως καλόψυχο Συριανό… Αυτός είχε ένα μεγάλο πρόβλημα: Είχε μιάν αυλή στα Καμίνια, και νοίκιαζε δωμάτια. Είχε μιάν ένοικο, τη Βασίλω-εξ όλης και προ όλης-που του είχε κάνει το βίο αβίωτο.  Αυτό ήταν και το πρώτο σήριαλ που παρακολούθησα στη ζωή μου!...Χρόνια προσπαθούσε να τη διώξει. Έλα όμως που την προστάτευε το ενοικιοστάσιο!… Οι καυγάδες τους διανθισμένοι με τα σχετικά βρισίδια, ήσαν έντονοι. Ο άνθρωπος είχε τρελαθεί. Και το χειρότερο, ήταν υποχρεωμένος να βλέπει την «κωλόφατσά» της όποτε έβγαινε από το σπίτι, καθώς αυτή  κρατούσε το μπροστινό δωμάτιο. Έτσι, όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, και η ένταση σε σημείο επικίνδυνο: «θα την σκοτώσω την πουτάνα», η Ζαχαρούλα τράβαγε τον άντρα της από το μανίκι, ετοίμαζε ένα μπόγο, και μια και δυό για το σπίτι της αδερφής της, όπου έμεναν και 15 μέρες καμιά φορά, ώσπου να ηρεμήσει ο Βαγγέλης. Και πράγματι, στο σπίτι της Ιουλίας ηρεμούσε. Και τότε γινόταν άλλος άνθρωπος. Μας έλεγε για το ναυάγιο που είχε παλιά με το «Αγγέλικα», «ευτυχώς ο Άγιος Νικόλας έκανε το θαύμα του», διάφορες ιστορίες για τη Σύρα, για την αρχοντιά της Ερμούπολης, για διάφορους τύπους, για ένα Τσιροπινιά, που του είχαν κολλήσει το παρατσούκλι ο «Οντωσούντως», επειδή όταν μιλούσε έκανε κατάχρηση  αυτής της έκφρασης: «Όντως ούντως Μαριγώ…. Τι φαί έχουμε σήμερα;»…  «Οντως ούντως, σήμερα θα βρέξει »… Πέρασαν τα χρόνια και πάει και η Βασίλω. Επι τέλους «έφυγε»… Βλέπεις το ενοικιοστάσιο δεν μπόρεσε να την προστατέψει από το χάρο… Και τότες ο Βαγγέλης που η Βασίλω τον είχε χτικιάσει που λένε, τι έκανε; Βοήθησε όπως μπορούσε το ορφανό κοριτσάκι που είχε αφήσει πίσω της η «συχωρεμένη»… Α, ρε Βαγγέλη… Μεγάλη ψυχή!... Νόμιζα ότι ο Χρήστος είναι είδος προς εξαφάνιση. Έκανα όμως λάθος. Τον θυμήθηκα πρόπερσι το Πάσχα, όταν πήγαμε με την γυναίκα μου για πρώτη φορά στην πράγματι αρχοντική Σύρο…
  Το σπίτι της Ιουλίας ήταν δίπατο. Όταν λέω δίπατο μην πάει το μυαλό σας σε καμιά… μεζονέτα!.. 25 τετραγωνικά το πάνω πάτωμα, και άλλα 25 το κάτω, ημιυπόγειο. Στο πάνω, το «καλό», κρεβατοκάμαρα και… τραπεζαρία μαζί. Στο κάτω, το κρεβάτι που κοιμόμουν. Εκεί σε ένα γωνιακό τραπεζάκι, η κουζίνα, μια γκαζιέρα δηλαδή, και στη μέση ένα τραπέζι για την καθημερινή χρήση. Ο καμπινές ήταν έξω, στο πίσω μέρος. Στο πάνω δωμάτιο η πλάκα συνεχιζόταν για άλλα 20 τετραγωνικά, αναμονή για κάποιο μελλοντικό δωμάτιο, που θα χώριζε την αφύσικη ένωση της τραπεζαρίας με την  κρεβατοκάμαρα. Ήταν ήδη μισοχτισμένο με τούβλα. Το τελευταίο τούβλο σηματοδοτούσε και την τελευταία λίρα της Ιουλίας. Που να το ξέρει η φουκαριάρα να κάτσει να δουλέψει σ’ εκείνη τη θεία της άλλα 20 χρόνια!!! Εγώ του έβγαλα αμέσως όνομα: «το φρούριο». Γιατί καθώς το σχέδιο περιελάμβανε δύο παράθυρα, και τα τούβλα έφτασαν λίγο πιο πάνω από την αρχή αυτών των παραθύρων, σε ύψος 1,80 μ. περίπου, το όλο περίγραμμα θύμιζε τις επάλξεις κάποιου φρουρίου. Αυτή ήταν η ιδεαλιστική πλευρά του μικρού οικοδομήματος. Η άλλη πλευρά ήταν η πρακτική: Το μισοτελειωμένο δωμάτιο έγινε το θέατρο των πιο υπέροχων στρωματσάδων της ζωής μου. Οι καλοκαιρινές στρωματσάδες με τα ξαδέρφια μου θα μου μείνουν αλησμόνητες… Το σπίτι ήταν χτισμένο σε οικόπεδο απερίφρακτο. Πολύ αργότερα όταν πήγε η Ιουλία και δούλεψε στο Κουβέιτ που βρισκόταν τότε η θεία μου η Πόπη, έστειλε λεφτά στον θείο μου. Ο Αντώνης πρόσθεσε όσα κι εκείνος είχε μαζέψει, αφου τώρα πιά οι δουλειές πήγαιναν καλά, και το σημαντικότερο δεν είχε γύρω από το λαιμό του τον βρόγχο του Μπούλακα. Έτσι το φρούριο συμπληρώθηκε. Κτίστηκε και η κουζίνα, κτίστηκε και το μπάνιο, φτιάχτηκαν και καινούρια κουφώματα αλουμινίου, κτίστηκε και μια ωραία μάντρα, και το υπόγειο έγινε  αποθήκη. Εγώ δεν ήμουν πια εκεί. Είχα φύγει από καιρό…
   Αλλά ας πάω πάλι πίσω όταν το σπίτι ήταν ακόμη φρούριο. Μπροστά από το σπίτι περνούσε η οδός Αιγίνης. Πλάι η σημερινή οδός Εθελοντών, που τότε ήταν ρέμα. Το οικόπεδο έφτανε μέχρι το ρέμα αλλά όπως είπαμε ήταν εκτός σχεδίου. Έτσι ο δρόμος πήρε το μισό… Μπροστά από το σπίτι εκτινόταν χέρσα γη που έφτανε σχεδόν μέχρι τον Υμηττό. Χωράφια με αμπέλια, σιταγροί και οπωροφόρα δέντρα με προεξάρχοντα τις συκιές και τις αχλαδιές. Και καλαμιώνες. Εκτεταμένοι καλαμιώνες. Μόνο στο πολύ-πολύ βάθος ξεχώριζαν κάτι σπίτια. Η σημερινή Ηλιούπολη. Αλλά και γύρω από το σπίτι, η ίδια ερημιά. Σε μιαν ακτίνα πεντακοσίων μέτρων από το σπίτι, υπήρχαν περίπου άλλα 15. Άσφαλτος δεν υπήρχε ούτε για δείγμα. Ακόμα και η κεντρική λεωφόρος Αγίας Βαρβάρας, ήταν χωματόδρομος, με τεράστιους ευκαλύπτους φυτεμένους αριστεροδέξια. Τη  νύχτα επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Θυμάμαι ότι άκουγα τα σφυρίγματα των τραίνων, που έρχονταν κατ’ ευθείαν από του Ρούφ, μιας και δεν υπήρχαν οι πανύψηλες πολυκατοικίες να εμποδίσουν την ακουστική. Ακόμα, κάτι νυχτερινό που θυμάμαι, είναι αυτή η δεσμίδα φωτός που κατά τακτά διαστήματα διέσχιζε τον ουρανό. Από την πρώτη μέρα ρώτησα γι αυτό, για να μάθω ότι ήταν ο προβολέας του πύργου του αεροδρομίου του Ελληνικού. Ελλείψει άλλης φωταύγειας έλαμπε κι αυτός, όπως κι ο Γαλαξίας και οι αστερισμοί. Σήμερα, τις ίδιες ώρες, μετά βίας μπορείς να δεις την μεγάλη Άρκτο και τον Ωρίωνα. Βέβαια, όπως από το προηγούμενο κεφάλαιο ανέφερα, στην περιοχή δεν είχε ακόμη έρθει το ηλεκτρικό ρεύμα…  Από κάτω, από το ύψος του δρόμου φαινόταν η Ακρόπολη, και προς την δύση η θάλασσα… Σήμερα ούτε από την ταράτσα μας δεν τα βλέπεις πιά.
   Όλη αυτή η χωροταξία ήταν για μένα κάτι πρωτόγνωρο, που μου άνοιγε νέους ορίζοντες για βόλτες και εξερευνήσεις… Και εδώ μπαίνει ο πρώτος φίλος που απέκτησα σε αυτή την ερημιά: Ο Γιώργος ο Μόλκης, ο Γουρουνάς. Το όνομα Γιώργος το καταλαβαίνουμε όλοι. Το επώνυμο Μόλκης το πρόφερε έτσι η οικογένεια. Πολύ αργότερα, όταν κάποια μέρα του 1995 βγάζοντας τον σκύλο μου βόλτα, είδα πάνω στην κολώνα της ΔΕΗ το νεκρώσιμο με το όνομα Γεώργιος Μόλκιν, ετών 55, έμαθα το πραγματικό του επώνυμο…
   Τον κακομοίρη τον Γιώργο. Άλλος διάττοντας κι αυτός που πέρασε και είχε τόσο γρήγορη και άδικη πτώση… Είχε φύγει στα τριάντα του για τη Γερμανία. Δούλεψε εκεί, και είχε μια πρόοδο τόση όση χρειάστηκε να αντικαταστήσει την πλινθόκτιστη χαμοκέλα του με ένα σπίτι αξιοπρεπές. Παντρεύτηκε και μια Γερμανίδα την Μπίλα, κι εκεί απάνω εμπλέκεται σε αυτόκινητικό ατύχημα, σκοτώνει κάποιον, τραυματίζεται κι αυτός στο κεφάλι, πάει η καλιά του, αχρηστεύτηκε. Τώρα δεν μπορεί πια να δουλέψει, γιατί εκτός των άλλων η αναπηρία που του αφήνει το ατύχημα είναι και ψυχική. Άθελά του είχε σκοτώσει άνθρωπο. Δεν συνήλθε ποτέ από τότε. Πήρε κάποια μικρή σύνταξη και γύρισε εδώ μόλις είχαμε αγοράσει το σπίτι μας στην απέναντι νεοαναγειρόμενη πολυκατοικία. Μου έφτιαξε μάλιστα και μερικά ηλεκτρικά σποτ. Κάπνιζε ασταμάτητα και έπινε. Τον παρατηρούσα καθώς δούλευε. Τα χέρια του είχαν μεγάλη αστάθεια. Τον λυπήθηκα: «Πού είναι ο παλιός μου φίλος;».
 Ο Μόλκης ήταν ο φτωχός της γειτονιάς. Δεδομένης της δικής μας οικονομικής κατάστασης, καταλαβαίνετε βέβαια την αντιδιαστολή. Εκτός των άλλων, η μάνα και η μεγαλύτερη αδερφή του Γιώργου ήσαν παλαβιάρες. Ο πατέρας του ήταν Ρώσος, (εξ ού και Μόλκιν), κοζάκος της φρουράς του Τσάρου. Από αυτούς που ξεριζώθηκαν με την επανάσταση, το τσουνάμι της οποίας τους πήρε μαζί του και τους παρέσυρε στις γύρω χώρες. Αυτόν τον ξέβρασε στην Ελλάδα. Καμιά φορά ο Γιώργος μου έδειχνε τη στολή του. Την είχαν φυλαγμένη σ’ ένα μπαούλο. Πολύ ωραία στολή, μου έκανε εντύπωση. Την θυμάμαι σκούρα μπλέ, με κίτρινες σπαλέτες, με μαύρες γυαλιστερές μπότες, και  το κοζάκικο γούνινο καπέλο. Αυτό το μπαούλο ήταν  κάτι σαν σαρκοφάγος. Σαρκοφάγος της ιστορίας του Ιβάν του Μόλκιν, του κατά κόσμον Γιάννη Μόλκη, ο οποίος ξεχώριζε από όλη την οικογένεια. Ψηλός, ξερακιανός, άσπρος-άσπρος, με κάτι μάτια, που πιο γαλανά δε νομίζω να έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Πολύ ανοιχτό ξεπλυμένο γαλάζιο. Η γυναίκα του η μουρλο-Φιλιώ, καθώς και τα παιδιά του, ήσαν μελαχρινά. Ο κυρ Γιάννης ερχόταν σπάνια στο σπίτι του. Δούλευε σ’ ένα στάβλο με γουρούνια, στον Πειραιά, κάπου στην Καλλίπολη. Κοιμώταν  εκεί. Καθάριζε, τάιζε, και γενικά φρόντιζε τα ζώα. Μύριζε την ιδιότυπη μυρωδιά του χοιροστάσιου, εξ ού και το τρίτο όνομα του φίλου μου: «Γουρουνάς». Η μεγάλη αδερφή του έφυγε νωρίς, ύστερα από έναν αποτυχημένο γάμο, χτυπημένη από την «επάρατο». Και η κακομοίρα η μικρή, η Ντάρια, πολύ ωραίο κορίτσι, έπεσε θύμα βιασμού από δυό εσατζήδες. Μη πάει ο νους σας στη Χούντα. Αυτό έγινε πολύ πιο πρίν. Από τότε το κορίτσι έπεσε σε μελαγχολία, στο τέλος σάλεψε εντελώς, το έκλεισαν στο Δαφνί, ώσπου το γνωστό χαρτί με το μαύρο περιθώριο κολλήθηκε στην κολώνα της ΔΕΗ… Από όλη την οικογένεια, λοιπόν, ο Γιώργος ήταν ο πιο προικισμένος. Πανέξυπνος, με φοβερά ταλέντα στις εφευρέσεις και τις κατασκευές. Είχε φτιάξει μόνος του ραδιόφωνο και μηχανή προβολής φιλμ. Κάτι σαν προτζέκτορα. Τα φιλμ τα προμηθευόμασταν από τα σκουπίδια του κινηματογράφου «ΕΔΕΜ».
   Με τον Γιώργο, παίζαμε στο ρέμα, που ήταν ένας μικρός παραπόταμος του μεγάλου ρέματος της Πικροδάφνης, που χύνεται δίπλα από το σημερινό βενζινάδικο του Μυγιάκη, πλάι στη μαρίνα Αλίμου. Το μικρό αυτό ρέμα προσφερόταν για ποικίλες δραστηριότητες. Μαζεύαμε πεταλούδες, φύλλα φυτών, χαζεύαμε τις σαύρες, και κόβαμε καλάμια για να φτιάξουμε τόξα. Φτιάχναμε καπατζέδες και πιάναμε πουλιά, κυρίως φλώρους και καρδερίνες. Πώς ακριβώς γινόταν το κόλπο; Βάζαμε σε κάποιο σημείο ενός χωραφιού, ένα κλουβί μ’ ένα κεσεδάκι με κανναβούρι μέσα.  Από την πορτίτσα, που την αφήναμε ανοιχτή, δέναμε ένα λεπτό σπαγκάκι και αμολώντας καλούμπα κρυβόμαστε κάπου, αφου πριν τοποθετούσαμε κοντά στο κλουβί-παγίδα, ένα άλλο με μια καρδερίνα μέσα, τον «κράχτη». Η καρδερίνα κελαηδούσε και ο επίδοξος γαμπρός κατέφθανε. Πρίν όμως από το φλερτ θεωρούσε καλό να φάει λίγο κανναβούρι για να… δυναμώσει. Έμπαινε ανυποψίαστος στο κλουβί, εμείς τραβούσαμε το σπαγκάκι που κρατούσαμε στο χέρι και από εκεί και πέρα ο μάγκας θα είχε όλο τον καιρό να ερωτοτροπήσει, αφου θα έμενε στο ίδιο κλουβί με την καρδερίνα.
   Ο  Γιώργος έφτιαχνε φιγούρες του Καραγκιόζη και  με αυτές  οργανώναμε παραστάσεις. Όλα ήταν δικές του κατασκευές. Το τελάρο που πάνω του τεντώναμε το σεντόνι, τα …εισιτήρια, μικρά ζωγραφισμένα χαρτάκια. Φτιάχνανε κι άλλοι, στη πιο πάνω γειτονιά, φιγούρες Καραγκιόζη, αλλά οι παραστάσεις που έκαναν ήσαν μαυρόασπρες. Οι έγχρωμες παραστάσεις ήσαν δική μας αποκλειστικότητα. Ο άτιμος ο Μόλκης, είχε επινοήσει ένα κόλπο: Είχε βουτήξει τις φιγούρες σε παραφινέλαιο κι αυτές αποκτώντας διαφάνεια επέτρεπαν στους θεατές να βλέπουν χρωματιστό Καραγκιόζη…
   Εγώ συνέχιζα να μαζεύω γραμματόσημα. Το ίδιο κι ο Γιώργος. Όμως η υπερβολική του εφευρετικότητα, του κατέστρεψε την συλλογή. Τι είχε συμβεί; Επειδή όπως όλοι γνωρίζουν, το γραμματόσημο χάνει την αξία του αν έστω κι ένα δοντάκι του φαγωθεί, ο Μόλκης είχε σκεφτεί τη λύση: Τα είχε αλείψει με ένα είδος κόλας, και τα λεπτά χαρτάκια είχαν ξεραθεί τόσο, που  ούτε καν λύγιζαν. Είχαν γίνει από χαρτάκια, χαρτονάκια. Κάναμε ανταλλαγές. Είχε όμως ένα όμορφο γραμματόσημο, με ένα ρινόκερο επάνω, που δεν το άλλαζε με τίποτα. Είχα λυσσάξει να το αποχτήσω. Κάποτε προσφέρθηκα να του δώσω δέκα δικά μου για να μου το δώσει!… Αυτός όμως  εκεί… Δεν το άλλαζε με τίποτα. «Το έχω βάλει σε χρυσό κουτί», μου έλεγε…
   Κάποια μέρα πήγα στο σπίτι του. Ο Γιώργος έλειπε, και η κυρα Φιλιώ μου είπε να τον περιμένω: «Κάθηθε Δημηθράκη», μου είπε με την χαρακτηριστική της ομιλία, για την οποία υπεύθυνη ήταν η χαίνουσα οδοντοστοιχία της, « Έχει πάει θτο φούουγνο του Κανάτα για πθωμί»… Όπως κάθισα, το μάτι μου έπεσε στη γωνιά που είχε τα άλμπουμ με τα γραμματόσημα. Και τότε, ο πανίσχυρος πειρασμός μου σήκωσε το χέρι, που πλέον χωρίς δισταγμό, πλησίαζε ακάθεκτο προς το άλμπουμ. Το γραμματόσημο των ονείρων μου ήταν εδώ, μπροστά μου, με περίμενε ανυπεράσπιστο…
   «Κλέφτης θα γίνεις μωρέ!...»
    Η τρομερή φωνή αντήχησε μέσα στο μυαλό μου, με πάγωσε, και μονομιάς  απέτρεψε την ανίερη πράξη μου… Το πολυπόθητο γραμματόσημο, κλεισμένο στο «χρυσό κουτί» του, θα έμενε παντοτινά  για μένα ένα άπιαστο όνειρο...
   Την επόμενη εβδομάδα γιόρταζα. Έρχεται λοιπόν ο Γιώργος και μου δίνει ένα κουτί από σπίρτα ντυμένο επιμελώς με χρυσόχαρτο από αυτό που τυλίγουν τα σοκολατάκια. «Χρόνια πολλά φιλαράκι», μου λέει, «Σου έφερα ένα δώρο… Άνοιξέ το»… Είμαι σίγουρος ότι το μαντέψατε.  Μέσα είχε το γραμ-ματόσημο των ονείρων μου…
   Όταν έφυγε ο Γιώργος, σκέφτηκα ότι το όλο θέμα είχε άμεση  σχέση με την απόφασή μου να μην προχωρήσω στην κακή πράξη της κλοπής. Του έδωσα μεταφυσική διάσταση. «Κάποια θεϊκή ανταμοιβή», σκέφτηκα…
   Θεϊκή…
   Ποια, αλήθεια, ήταν η σχέση μου με τα εκκλησιαστικά; Στην αρχή της καθόδου μου στο Φάληρο, και ύστερα από σχετική προτροπή της Ιουλίας, πήγαινα κάθε Κυριακή στην Αγία Βαρβάρα. Αυτή όμως με απέβαλε πολύ σύντομα από τους κόλπους της. Δυό περιστατικά υπήρξαν  καταλυτικά γι αυτή μου την αποβολή. Το πρώτο ήταν οτι σαν παπαδάκι σκαλίζοντας ο,τι περίεργο έβλεπα μέσα στο Ιερό, έβαλα φωτιά με το οινόπνευμα που χρησιμοποιούσε ο Πατήρ-Δημήτρης για να ανάβει το «ζέον». Άρπαξαν φωτιά ακόμα και τα ράσα μου, και ευτυχώς εκεί κοντά ήταν κυρ Νικήτας ο νεωκόρος, και επενέβη σωτήρια. Ύστερα το είπε στον «πάτερ». Η αποβολή μου ήταν σταδιακή. Μετατέθηκα στο ψαλτήριο. Πρώτος ψάλτης ήταν ο κύριος Φλούδας. Το αστείο αυτό όνομα, η εμφάνισή του, και το διαπασών, ήταν η αιτία της οριστικής αποβολής μου. Με τον συμμαθητή μου από τη «Φαληρική Σχολή», Σπύρο Μαρούδα, ψέλναμε στο δεξί αναλόγιο. Η ψιλές μας φωνούλες άρεσαν στον εν λόγω ψάλτη, που εκτός από το αστείο του όνομα, ήταν και περίεργος τύπος. Πλαδαρός, ασπρουλιάρης και φαλακρός. Το ότι ήταν φαλακρός, δεν θα ήταν από μόνο του κάτι το αστείο, αν δε προσπαθούσε με ένα ιδιαίτερα φροντισμένο χτένισμα να το κρύβει: Έκανε μια χωρίστρα που το δρομολόγιό της άρχιζε από αριστερό του αυτί, περνούσε πάνω από το σβέρκο και  κατέληγε στο δεξί του αυτί. Κάθε τόσο έβγαζε από την τσέπη του ένα διαπασών και έπαιρνε τον τόνο… Εμάς αυτό μας φαινόταν πολύ αστείο. Γελάγαμε λίγο μουλωχτά και αυτό ήταν όλο. Εκείνη όμως την μέρα είχε μια γερή σοροκάδα και ο Φλούδας είχε βάλει χυμό από λεμόνι στα μαλλιά του και τα είχε κολλήσει πάνω στο καύκαλό του για να μην τα πάρει ο αέρας. Αυτή ήταν η αιτία για μιά πρώτη εύθυμη προδιάθεση. Ήδη είχαμε αρχίσει με κάτι πνιχτά χαχανητά... Και όταν ο ψάλτης έβγαλε από την τσέπη του το διαπασών, ο Σπύρος μου έρριξε μια γερή αγκωνιά: «Το σφυριχτράκι», μου ψιθύρισε… Φςςςςςς… «Μμμμμ: πα-βου-γα-δι-και-ζω-νι-πα». Πατάμε τότε ένα γέλιο νευρικό, να τρέμει όλο το αναλόγιο. Και καθώς την στιγμή εκείνη βρισκόμαστε πάνω στη χαρακτηριστική βυζαντινή ρινοφωνία, (μμμμμμμμμμ), πετάγονται και οι μύξες μας πάνω στα ιερά βιβλία… Το αποτέλεσμα ήταν μουλωχτή σφαλιάρα την ώρα της λειτουργίας, και οριστική αποβολή. Βέβαια η εκκλησία ποτέ δεν αποβάλει από τους κόλπους της τους πιστούς. Η αλήθεια είναι ότι το σχίσμα υπήρξε  μονομερές…  Από τότε πήγαινα στην εκκλησία κάθε Πάσχα…
   Ο άλλος μου φίλος ήταν ο Γιάννης ο Φουντής. Το διπλανό μας σπίτι ήταν του Γιώργη του Φουντή. Λαϊκός άνθρωπος, αρκετά εύπορος και αρκετά τσιγκούνης. Είχε στο Νέο Κόσμο ένα ξυλουργικό εργοστάσιο, που ειδικευόταν στα κουφώματα. Άριστος τεχνίτης, έφτιαχνε  αποκλειστικά σχεδόν τα κουφώματα στις νεοαναγειρόμενες οικοδομές της Αγίας Βαρβάρας. Όταν μιλάμε για  Αγία Βαρβάρα  της εποχής εκείνης, μιλάμε για μια συνοικία με συνολικό πληθυσμό 200 περίπου ατόμων. Σήμερα μιλάμε για χιλιάδες ψυχές. Τα 80 σπίτια έχουν γίνει αμέτρητες πολυκατοικίες. Τα δυό μπακαλικάκια, έχουν γίνει καμιά δεκαριά σούπερ μάρκετ, και η παραλία όπως την ήξερα χάθηκε. Στην δεντροφυτεμένη έκταση μεταξύ της Μαρίνας Αλίμου και της Λεωφόρου Ποσειδώνος, σώζεται ένα ανάχωμα από κιμιλιά, (το γνωστό γεωλογικό υλικό της παραλίας του Καλαμακίου). Το ανάχωμα αυτό, ύψους ενός μέτρου περίπου, είναι ο,τι απέμεινε από ένα γκρεμνό …οκτώ μέτρων, απ’ όπου βουτούσαμε στη θάλασσα κάνοντας τη σχετική φιγούρα. Από εκεί αγάπησα το σπορ αυτό. Μέχρι που αργότερα έγινα και αθλητής των καταδύσεων… Οι τερατώδεις επιχωματώσεις που δημιούργησαν αυτή τη μεγάλη υψομετρική διαφορά, εξαφάνισαν την όμορφη παραλία με το λιμανάκι της και τις βαρκούλες που νοίκιαζαν τα ζευγαράκια για να κάνουν μια «ρομαντική» βαρκάδα μέχρι το απέναντι νησάκι, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα… Έτσι, χάθηκε και η γραφική απότομη παραλία της «Χονολουλούς», απέναντι από το σημερινό «Σουήτ Χόμ». Το όνομά της το είχε πάρει από τα τεράστια κύματα πού έφερναν οι πουνέντηδες και οι γαρμπήδες να σπάσουν πάνω στα βράχια της ακτής… Σήμερα από τους τόσους και τόσους περιπατητές, μόνο οι παλιοί φαληριώτες ξέρουν τί υπήρχε εκεί. Θυμούνται και νοσταλγούν την ωραία αυτή εποχή. Όπως θυμούνται τα όμορφα σπίτια που έγιναν κακάσχημες πολυκατοικίες,-γροθιά εναντίον του καλού γούστου, που λέει και ο Βασιλικός-και τα ωραία ξενοδοχεία, που ανήκουν κι αυτά στο παρελθόν, και  που μόνο οι στάσεις των λεωφορείων,(ευτυχώς), δεν τα αφήνουν να χαθούν οριστικά στη  λήθη: Στάση Τροκαντερό-Στάση Κάρλτον-Στάση Παλμύρα-Στάση Λίντο…
   Πάμε πάλι στο Φουνταίικο…
   Όταν κατέβηκαν στο Φάληρο, το σπίτι τους δεν είχε τελειώσει  ακόμη. Ήταν στα τούβλα. Ούτε μωσαϊκά, ούτε μπάνια, τίποτα. Θυμάμαι ότι κάτω είχε τσιμέντο. Για δυό χρόνια, η οικογένεια κατέβαινε μόνο για παραθερισμό, αφήνοντας το Παγκράτι που έμενε. Περνάγαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι παρέα. Παίζαμε με τα παιχνίδια του Γιάννη. Καλό παιδάκι, χοντρουλό-χοντρουλό, έμοιαζε στη μάνα του την κυρά-Λένη την επονομαζόμενη  «Χοντρή». Ήταν μια αγαθή γυναίκα από τη Νάξο, που πάντα της όταν άκουγε να της λένε κάτι-παράξενο ή μή- έκανε ένα θαυμαστικό: «Για φαντάσου!» που ήταν και το χαρακτηριστικό της. Κοντά σ’ αυτούς ερχόταν και άλλος αδερφός του Γιώργου του Φουντή, ο Νίκος, με τα …τέσσερα κορίτσια του. Τα κορίτσια του κυρ Νίκου, ήταν η ψυχή της παρέας. Ο,τι μάθαιναν στο σχολείο τους στον τομέα της ψυχαγωγίας, το κουβαλούσαν μαζί τους στο Φάληρο. Διαόλου κάλτσες, είχαν μάθει απ’ έξω τα τραγούδια, και όλους τους ρόλους από τα πατριωτικά σκέτς, των επετείων του ΟΧΙ και της 25ης του Μαρτίου: «Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά"
 ή το σούβλισμα  του  Αθανάσιου  Διάκου: « Αν θές πασά μου σφάξε με- με δίκοπο μαχαίρι-Τούρκος εγώ δε γίνομαι-γραικός θέ να πεθάνω»… Το θέατρο-κανονικό θέατρο με αυλαία και κουδούνι- παιζόταν στη βεράντα του σπιτιού τους που ήταν κολλητό στου Γιάννη το σπίτι, και μαζευόταν όλη η γειτονιά να θαυμάσει αυτά τα κορίτσια. ΤΙ ωραία που έπαιζαν!... Καμιά τους δε βγήκε στο θέατρο. Αμαλία, Ανιούσκα, Βάσω και Φιφίκα. Παντρεύτηκαν όλες και νοικοκυρεύτηκαν. Τις έφαγε κι αυτές η ρουτίνα… Πέρασαν τα χρόνια, χαθήκαμε. Ποιος ξέρει που βρίσκονται σήμερα; Ποιος ξέρει τι αναμνήσεις θα έχουν από εκείνα τα αξέχαστα καλοκαίρια… Από τις φωτιές που ανάβαμε στην απέναντι αλάνα του Αη Γιαννιού… Από τα μπάνια μας στο Καλαμάκι…
   Με τον Γιαννάκη τον Φουντή, παίζαμε στο πίσω μέρος του σπιτιού του που έκρυβε τον ήλιο και είχε σκιά μέχρι το μεσημέρι. Κατά τις 10 έπεφτε το σύνθημα: «Ντοματο-σαλάτα!», και πήγαινα σπίτι, οπου η θεία μου  είχε ετοιμάσει ντοματοσαλάτα. Ήταν από τα λίγα φαγητά της που μου άρεσαν, καθώς έβαζε μέσα τυρί φέτα, και το λαδομπούκι πήγαινε σύννεφο. Με τα άλλα φαγητά της, όπως είπα, είχα πρόβλημα. Ευτυχώς που κάθε Κυριακή ερχόταν ο Χρήστος και έφερνε μαζί του κάνα λουκάνικο, και τίποτα αλλιώτικα τυριά, όπως αυτό το Ναξιώτικο, που το εύρισκε στη Ναξιώτικη παροικία του Ψυρή. Μαζί με αυτά, κουβάλαγε πάντα ένα τεράστιο καρπούζι, μέσα σε ένα δίχτυ. Όταν τελειώναμε με τη σαλάτα, ξανανταμώναμε και παίζαμε μέχρι το μεσημέρι. Τότε έκανε την εμφάνιση του ο Φουντής, και είχαμε δεύτερο σύνθημα: «Μπούκουρα σπάσε»... Έπρεπε να φύγω για να φάνε ανενόχλητοι το μεσημεριανό τους…  
   Μπάνιο κάναμε τα απογεύματα. Κατεβαίναμε στο Καλαμάκι και πλατσουρίζαμε στη ζεστή απογευματινή θάλασσα. Ύστερα απολαμβάναμε την παραγεμισμένη με ντομάτα και φέτα φρατζόλα μας, και αφού χαζεύαμε ακόμα λίγο μαζεύοντας βότσαλα και κοχύλια, γυρίζαμε σπίτι. Όποτε δεν είχαμε παράσταση από την τετράδα των κοριτσιών, παίζαμε όλοι μαζί, «αγαλματάκια αμίλητα κι ακούνητα, ή «βασιλιά- βασιλιά τί δουλειά», ή «την Μπερλίνα». Εγώ, μέσα σε όλα, έκανα και την σχετική φιγούρα: «Ρε σείς… Ποιος θα κάνει το γύρο του σπιτιού;»… Ο Γιάννης χεζόταν απάνω του σ’ αυτή μου την ιδέα. Το ίδιο και η αδερφή του η Μαρία, το ίδιο και οι ξαδέρφες του. Αλλά γιατί άραγε;  Πίσω από τα σπίτια ήταν το σπίτι του Μόλκη. Η μάνα του, θεοπάλαβη όπως έχω πει, έλεγε συνέχεια ιστορίες για Νεράιδες, ξωτικά και φαντάσματα. Ένας Γερμανός-λέει- είχε πνιγεί μέσα στο πηγάδι τους, και πολλές φορές μέσα στο σκοτάδι της νύχτας άκουγε τα φύλλα της συκιάς να φουρφουρίζουν ασταμάτητα, καθώς και άλλους ανεξήγητους θορύβους. Ήταν το φάντασμα του Γερμανού που έβγαινε μετά τα μεσάνυχτα. Εγώ δεν φοβόμουν. Όχι γιατί ήξερα τότε ότι οι δυνατές σοροκάδες, του Φαλήρου φτάνοντας μέχρις εδώ ταρακουνούσαν τα δέντρα, αλλά απλά δεν φοβόμουν. Άλλωστε ήμουν κι ο μόνος που πήγαινα βράδυ μέχρι το χτήμα του Γκρώμαν να πάρω γάλα από τον Μανιάτη τον Τεντόμα που διατηρούσε εκεί κατσίκες… Το χτήμα αυτό, ήταν γεμάτο πεύκα και φοίνικες, μποστάνια, στέρνες, σιδερένιους υδρόμυλους, και ερειπωμένα υποστατικά, ο,τι δηλαδή  είχε απομείνει από το πάλαι ποτέ τσιφλίκι της οικογένειας των Βαυαρών που είχαν έρθει με τον Όθωνα, και τώρα πιά η περιουσία τους, που έτσι κι αλλιώς την είχαν αρπάξει, είχε δημευτεί. Στις παρυφές του χτήματος υπήρχε το τεράστιο νεοκλασικό αρχοντικό της οικογένειας, που τώρα στέγαζε αναπήρους πολέμου. Ώσπου ήρθε ο Καραμανλής με την φαεινή ιδέα να αποκαταστήσει αυτούς τους αναπήρους, παραχωρώντας τους όλο το χτήμα αντί να το κάνει ένα όμορφο πάρκο. Τελικά το πήραν οι ανάπηροι, και όχι μόνο το κατέτμησαν σε οικόπεδα, κόβοντας  σχεδόν όλα τα πεύκα και τα κυπαρίσσια, αλλά αργότερα, εκμεταλλευόμενοι τον εγκληματικό νόμο της αντιπαροχής του έδωσαν την χαριστική βολή με τις πολυκατοικίες που κτίστηκαν. Ευτυχώς που ένα  μέρος του χτήματος Γκρώμαν είχε από πρίν παραχωρηθεί για την δημιουργία του συμμαχικού νεκροταφείου, κι έτσι σώθηκε μια σχετικά μεγάλη έκταση από την επιδρομή του κέρδους…
   Ο Γιάννης ο Φουντής είχε μια θεία, την Στέλλα, που ήταν και νονά του. Αυτή, αντί για παιχνίδια-που άλλωστε δεν του έλλειπαν-του έφερνε διάφορα βιβλία. Του είχε φέρει όλη τη βιβλιοθήκη του Ιουλίου Βερν, (Τα πασίγνωστα κόκκινα βιβλία του οίκου Αστέρος), καθώς και όλα τα ιπποτικά του Σκοτ. Εγώ επωφελήθηκα από αυτό μιάς και ο Γιάννης μου τα δάνειζε και  τα  ρούφαγα  άπληστα.  «  Ο δεκαπενταετής Πλοίαρχος», « Οι πιθηκάνθρωποι του δάσους», «Η σφίγγα των πάγων», ήσαν τα αγαπημένα μου. Ο Γιάννης τα δάνειζε και στον Μόλκη, ο οποίος όπως ήταν φυσικό, τρελάθηκε με τον  «Μιχαήλ Στρογκώφ». Και έλεγε στην κακομοίρα την αδερφή του: «Βλέπεις; Ντάρια λέγεται η ηρωίδα του βιβλίου… Σαν και σένα!...» Εκτός από τα μεγάλα βιβλία διαβάζαμε και τα μικρά: «Ταρζάν- Γκαούρ» και «‘Υπεράνθρωπο». Αυτός ο τελευταίος ήταν το αγαπημένο μας ανάγνωσμα, καθώς είχε μέσα ψήγματα επιστημονικής φαντασίας, που όπως φαίνεται απο πάντα συνάρπαζε τα παιδιά. Αυτό το ήξερε πολύ καλά ο συγγραφέας του ο Στέλιος Ανεμοδουράς, που με το ψευδώνυμο Θάνος Αστρίτης, προχώρησε  αργότερα στη συγγραφή του θρυλικού  αναγνώσματος  « Ο μικρός ήρωας», που γαλούχισε μια γενιά Ελληνόπουλων και τα έμαθε να διαβάζουν. Οι καθηγητές δεν μπορούσαν να υπολογίσουν το καλό που θα έκανε στα παιδιά μια τέτοια απασχόληση, και πολλοί προχώρησαν σε τιμωρίες, ακόμη και σε αποβολές, όταν έπιαναν τους μαθητές να το διαβάζουν στα γόνατά τους κάτω από το θρανίο. Αργότερα βγήκαν και τα κλασικά εικονογραφημένα, και η κουλτούρα μας συμπληρώθηκε… Δύο ήταν τα αγαπημένα μου: Οι «Άθλιοι» και «Ο Ιούλιος Καίσαρ». Με τον Μόλκη  χρησιμοποιούσαμε ταχτικά αυτήν την ατάκα : «Ποιός είσαι εσύ;… Ένας Ρωμαίος»…
   Κάποτε έφτανε και το φθινόπωρο και όλα τέλειωναν. Και τα θέατρα, και τα μπάνια, και τα παιχνίδια. Οι φίλοι μου του καλοκαιριού, έφευγαν κι αυτοί σαν τα χελιδόνια. Και θυμάμαι πώς κλαίγαμε όλοι γι αυτόν τον αποχωρισμό. Μεγάλοι και μικροί. Το σύνθημα το έδινε η πάντα ευαίσθητη κυρα-Λένη: «Άντε… Του χρόνου πάλι…». Και δόστου το κλάμα κορόμηλο…  Αλήθεια, τώρα που το σκέφτομαι δεν μπορώ να καταλάβω πώς δεν ανταλλάσαμε κάποια επίσκεψη όλο τον χειμώνα…
 Η μάνα του Γιάννη πέθανε μια μέρα ξαφνικά, (και άδικα),από χολή. Δεν την πρόλαβαν. Ο καημένος ο Γιάννης σπούδασε φαρμακοποιός, άνοιξε φαρμακείο στη Γλυφάδα, παντρεύτηκε, χώρισε. Εγώ ήρθα ξανά στο Φάληρο, αγόρασα σπίτι απέναντι από τον Αντώνη που είχε αρχίσει να γερνάει και, οπωσδήποτε πολύ σύντομα θα είχε ανάγκη απο την βοήθειά μου και έπρεπε να είμαι κοντά του. Και μια μέρα είδα στην ίδια κολώνα της ΔΕΗ, το αγγελτήριο του θανάτου του Γιάννη του Φουντή σε ηλικία 53 χρονών. Τον είχαν βρει στο σπίτι που έμενε μόνος, με το τηλέφωνο στο χέρι και την αγωνία χαραγμένη στα χαρακτηριστικά του… Είχε σχηματίσει τον αριθμό του ανιψιού του αλλά δεν πρόκανε να μιλήσει…
    Αχ… αυτή η μισητή κολώνα της ΔΕΗ… Όλα τα κατοπινά θλιβερά αγγελτήρια κολλήθηκαν στο ίδιο μέρος, το ένα πάνω στο άλλο. Συλλογή, σαν τις δικές μου τις συλλογές κάνει τόσα χρόνια τώρα αυτή η κολώνα. Αν μπορούσε κανείς να τα πάρει στα χέρια του θα είχε ένα μάτσο χοντρό σα βιβλιαράκι. Ένα συναξάρι χαμένων ψυχών. Ένα συναξάρι διαττόντων… 
   Τα καλοκαίρια στο σπίτι της Ιουλίας γινόταν παρέλαση. Εκτός από τη Ζαχαρούλα, έρχονταν η οικογένεια του θειου του Μήτσου του άλλου αδερφού της μάνας μου. Μαζί του τα παιδιά του: Η Λίλια (Χαρίκλεια), η Βαρβάρα, και ο Θοδωράκης. Περνούσαμε πολύ ωραία. Μπάνιο στο λιμανάκι, παιχνίδι, και το βράδυ κοιμόμαστε όλοι μαζί στρωματσάδα, στο «φρούριο»… Η μάνα τους η Αλεξάνδρα, ήταν ένας αντιφατικός χαρακτήρας. Είναι αλήθεια ότι ποτέ δεν την χώνεψα. Τα σχόλιά της ήσαν πάντα πικρόχολα. Κορόιδευε την Ιουλία που την Θεωρούσε βλάχα. Μανιώδης καπνίστρια προσπάθησε κάποτε να την  μάθει να καπνίζει. Και το χειρότερο: Τον θείο τον Χρήστο δεν τον αποκαλούσε κατάμουτρα καμπούρη, όπως ο Σαραντάπορος, αλλά «Τρικάμπουρο». Ήταν και κομμουνίστρια. Εμένα, όλο σπόντες μου πέταγε για τη μάνα μου: «Η μάνα σου η παλαβιάρα, η μάνα σου η πείξε, η μάνα σου η δείξε». Και δως του: «Αχ αυτή η Αγγέλα, αν είχε μυαλό δε θα σε άφηνε στους πέντε δρόμους… Τι ήθελε και άνοιγε το στόμα της; Δεν καταλάβαινε ότι οι άλλοι έχουν τώρα την εξουσία;». Και τώρα ακόμα, δεν μπορώ να καταλάβω για ποιόν τα έλεγε αυτά. Γιατί αποκλείεται τα όσα έλεγε να είχαν εμένα ως αποδέκτη… Τι να καταλάβω εγώ σ’ αυτήν την ηλικία; Μήπως δεν χώνευε τον Χρήστο επειδή ήταν δεξιός, και με το «στους πέντε δρόμους» ήθελε να τον πληγώσει και να υποβαθμίσει την προσφορά του; Δυστυχώς δεν πρόφτασα να την ρωτήσω. Πέθανε από τον καρκίνο σε ηλικία 38 χρονών…
   Είχαμε λοιπόν δυό όμορφα κορίτσια στο σπίτι μας, έρχεται  από το χωριό και η ανιψιά της Ιουλίας η Ελευθερία, πάει το μαγαζί. Πλήρες. Με τόσα κορίτσια στο σπίτι επόμενο ήταν να πλακώσουν και οι γαμπροί. Έχουμε και λέμε λοιπόν: Γαμπρός νούμερο ένα, ο Τζανετάκος, αστυνομικός, πελάτης (τζαμπατζής) του Αντώνη. Νούμερο δύο, ο Γιώργος, ο περιφερόμενος μανάβης, ο επιλεγόμενος «Ταρζάν». Η εφημερίδα «Ακρόπολις» έβαζε τότε δύο δημοφιλή αναγνώσματα. Τον «Τσακιτζή, τον ιππότη των ορέων», και τον Ταρζάν σε κόμικς. Ο Γιώργος λοιπόν ήταν φτυστός με τον Ταρζάν. Κάποιος του κόλλησε το παρατσούκλι, και του έμεινε. Ο θείος μου, σαν ανανήψας  κομμουνιστής ήταν σαν τη γυναίκα του Καίσαρα, που κατά την γνωστή ρύση, όχι μόνον έπρεπε να είναι τίμια, αλλά έπρεπε και να το δείχνει. Τα κουρεία είχαν πάντα στη διάθεση των αναμενόντων τη σειρά τους πελατών, κάνα περιοδικό και μιάν εφημερίδα. Το περιοδικό ήταν κατά κανόνα ο δημοφιλής «Θησαυρός» με την «χοντρή» του. Η εφημερίδα του Αντώνη όμως, έπρεπε να είναι εξόχως δεξιών αντιλήψεων και τέτοια ήταν η «Ακρόπολη», που σε μια φάση που με έπαιρνε ο Αντώνης στην μετά Κούκη εποχή στο κουρείο για να βουρτσίζω τους πελάτες, την διάβαζα ανελλιπώς. Βλέποντας λοιπόν το «Ιππότης των ορέων», είχα βγάλει το συμπέρασμα ότι η εφημερίδα ήταν… ανορθόγραφη. Ακούς εκεί να γράφει τους ωραίους με όμικρον και έψιλον!!! Γαμπροί νούμερο τρία και τέσσερα ήσαν οι αφοί Κοιλιάδη. Ο πατέρας τους, ήταν οδηγός σε πρακτορείο που μετέφερε εμπορεύματα μέχρι την Κύμη. Και κάποτε, ο Γιάννης ο Κοιλιάδης για να μας καλοπιάσει πρότεινε στην Ιουλία: «Κυρία Ιουλία ο πατέρας μου μεθαύριο πάει έξω, και θα περάσει και από τις Κονίστρες. Τι λές, να πάει κι ο Δημητράκης μαζί του να γνωρίσει το χωριό;» Η Ιουλία, του  είπε ότι θα συνεννοηθεί με το άντρα της και θα του απαντήσει. Εγώ καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Τότε δεν υπήρχαν πολλά τηλέφωνα. Έπρεπε να κάνεις αίτηση και να περιμένεις. Δύο χρόνια περίμενε ο Αντώνης το τηλέφωνο, δυό ώρες τον περίμενα κι εγώ να γυρίσει το μεσημέρι. Ο θείος μου είπε το «ναι», κι εγώ πέταξα στον έβδομο ουρανό. Το ραντεβού κλείστηκε για την Τετάρτη, και εγώ από την αδημονία μου έχασα το ύπνο μου. Ρωτούσα την θεία μου διάφορα. Είχε ωραία τοπία η διαδρομή; Πώς ήταν άραγε ο δρόμος; είχε στροφές; Πόσο διαρκούσε το ταξίδι; Η Ιουλία απαντούσε στις ερωτήσεις μου, και την Τρίτη το βράδυ ετοίμασε ένα μικρό μπογαλάκι με τα χρειαζούμενα. Η Ελευθερία μου είχε περιγράψει το χωριό σαν ένα παράδεισο. Τρεχούμενα νερά, δάση, βουνά, και ο,τι άλλο που θα μπορούσε να μου εξάψει την φαντασία. Και γω όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν πολλά και περισσότερο τις σπάνιες πεταλούδες που θα εύρισκα στα εξωτικά μέρη που θα πήγαινα. Πρωί-πρωί κατέβηκε η θεία μου και έκανε τις τελευταίες ετοιμασίες. Ένα σάντουιτς για το δρόμο, λίγο χαλβά που είχε ετοιμάσει για τον οδηγό. Εγώ έβαλα το μαύρο μου αθλητικό σορτς, αυτό με το λαστιχάκι στη μέση που φορούσαμε τότες όλα τα παιδιά, και τα παπούτσια ελβιέλα που μου είχε αγοράσει ο Χρήστος για να περάσω το καλοκαίρι. «Μη ξεχάσεις την κάσκα σου», μου είπε η Ιουλία. Όλα πιά ήταν έτοιμα. Το Ραντεβού ήταν για τις 7. Έρχεται 7, έρχεται 8, έρχεται 9. Τίποτα… Ποτέ δεν ήρθε ο κύριος Κοιλιάδης… Μας είχε γελάσει. Πάνε τόσες ετοιμασίες, πάνε και τα όνειρά μου… Έβαλα τα κλάματα. Η Ελευθερία με παρηγόρησε: «Έλα, μη κάνεις έτσι, θα σε πάρω εγώ μαζί μου στο χωριό… Κάνε υπομονή και θα δεις!». Αυτή ήταν από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις της ζωής μου… Της μέχρι τα τότε ζωής μου… Χρειάστηκε να περάσουν είκοσι πέντε ολόκληρα χρόνια για να πάω για πρώτη φορά στο χωριό, μαζί με την Αγγελική, τη γυναίκα μου, τον Αντώνη και την Ιουλία. Ήταν το πρώτο μας  ταξίδι, με το πρώτο αυτοκίνητο της ζωής μου…
   Ο κάθε γαμπρός έκανε και κάποια προσφορά. Μπορεί η προσφορά του Γιάννη να εξελίχτηκε σε φιάσκο, αλλά η προσφορά του Ταρζάν ήταν πιο άμεση και πιο χειροπιαστή. Όλη την εβδομάδα, αυτός ο μανάβης γύριζε  με το άλογό του στις γειτονιές, πουλώντας ζαρζαβατικά.  Τις Κυριακές είχε ρεπό. Το άλογο όμως όχι. Ερχόταν λοιπόν πρωί-πρωί, μας φόρτωνε στη σούστα και μας πήγαινε βόλτα μέχρι τον Άγιο Κοσμά. Αυτή ήταν η πρώτη μου βόλτα με αμάξι καμπριολέ! Στο δρόμο τραγουδούσαμε όλα τα σουξέ της εποχής: «Άστα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα», «Βίρα τις άγκυρες», «Να το πάρεις το κορίτσι», και για να μη ξεχνιόμαστε μιάς και βρισκόμαστε στο Φάληρο, το πρόσφατο: «Α για, για, για Μαρία, Μαρία μου Μαρία, πήγαινε στο Φάληρο να δεις τον καρχαρία»… Ωραία τραγούδια και ωραίες εποχές…
   Ήταν καλοκαίρι και ήταν η εποχή των φρούτων. Τρώγαμε άφθονα φρούτα που μας τα προμήθευε ο Ταρζάν στις φθηνότερες τιμές. Τώρα που το σκέφτομαι ήταν ο πιο καλός γαμπρός. Φαίνεται όμως ότι δεν σκέφτονταν το ίδιο και τα κορίτσια. Έτσι δεν υπήρξε ευτυχής κατάληξη στο μονομερές ειδύλλιο του μανάβη προς την ξαδέρφη μου τη Λίλια. Αυτή του είχε γυαλίσει. Τα φρούτα που τρώγαμε τότε δεν είχαν καμιά σχέση με τα σημερινά. Δεν λέω τίποτε άλλο, λυπάμαι μόνο τα σημερινά παιδιά που νομίζουν ότι αυτά που τρώνε είναι φρούτα… Όπως είπα και πιο πριν, μπροστά από το σπίτι μας εκτινόταν μια περιοχή γεμάτη από αμπέλια και οπωροφόρα δέντρα. Και ακριβώς απέναντί μας άρχιζε ένα αμπέλι που μεταξύ των κλιμάτων είχε πολλές αχλαδιές, τις οποίες τις φύλαγε ένας φοβερός ηλικιωμένος φύλακας, ο μπάρμπα Θωμάς, ο Μωραΐτης. (Επώνυμο)… Έμενε σε ένα μικρό σπιτάκι που βρισκόταν δίπλα στο κτήμα, πάνω σ’ ένα ύψωμα, και από εκεί είχε τον πλήρη έλεγχο…
   Οι αχλαδιές του κτήματος έβγαζαν αχλάδια κοντούλες. Εμένα όμως δεν με ενδιέφεραν τα αχλάδια. Εγώ είχα επισημάνει τις χρυσόμυγες που μαζεύονταν στα δέντρα.. Ήταν δύσκολο όμως να πλησιάσει κανείς εκεί, γιατί ο φύλακας θα τον έπαιρνε με τις πέτρες. Και δεν αστειευόταν. Τις εκτόξευε κατ’ ευθείαν στο ψαχνό, και όποιον πάρει ο χάρος. Μια μέρα δεν άντεξα στον πειρασμό. Είχα καταστρώσει το σχέδιό μου, που ήταν μια καταδρομική ενέργεια: Θα πήγαινα σιγά-σιγά, καλυπτόμενος από τις καλαμιές, θα έφτανα στις αχλαδιές και από εκεί και πέρα… βλέπουμε. Τις χρυσόμυγες τί τις έκανα; Ο,τι και τα άλλα παιδιά. Τυλίγαμε μιά κλωστούλα στο χώρισμα μεταξύ θώρακα και κοιλιάς, και τις αφήναμε να πετάξουν κρατώντας την άκρη της κλωστής. Έτσι ελέγχαμε την πτήση, διασκεδάζοντας. Φτάνω λοιπόν με χίλιες προφυλάξεις στην αχλαδιά,  και θαμπώνομαι. Πάνω στο κάθε αχλάδι, μάτσο οι χρυσόμυγες, σαν τσαμπί. Μη μπορώντας να φτάσω στην κορυφή που ήσαν μαζεμένες, τις παίρνω με τις πέτρες. Αλλά με τις πέτρες με παίρνει κι ο Μπάρμπα- Θωμάς, που πανταχού παρών, με είχε πάρει χαμπάρι… Το βάζω στα πόδια και φτάνω στο σπίτι. Ο φύλακας όμως στο κατόπι μου. «Πού είναι αυτό το παλιόπαιδο, ο κλέφτης;». Εγώ κλέφτης… Εγώ που είχα φάει τόσο ξύλο κάποτε σαν τιμωρία για την κλεψιά; Εγώ που δεν έκλεψα  το γραμματόσημο του Μόλκη; Η άδικη κατηγορία με έκαιγε… Παίρνω θάρρος και σκάω μύτη: «Όχι καί κλέφτης κύριε Θωμά… Τι να τα κάνω εγώ τα αχλάδια… Έχω τον θείο μου τον Χρήστο που μου φέρνει ο,τι θέλω… Χρυσόμυγες ήθελα να μαζέψω…» Το ακούει ο φύλακας, που -δε μπορεί-, κάποτε θα έπαιζε κι αυτός με χρυσόμυγες, και μαλακώνει… «Αν είναι έτσι, λέει, τότε να έρχεσαι να μαζεύεις όσες θέλεις, αλλά να με ειδοποιείς από πρίν. Και κοίτα, μη μου κουβαλήσεις τίποτα φίλους σου!»… Έτσι ήμουν ο μόνος που είχα το προνόμιο να πλησιάζω την αχλαδιά. Κάποτε όμως μετά από τρία χρόνια μαζεύτηκε πολύς κόσμος εκεί, για να χαζέψει τον κρεμασμένο. Ήταν ένας φουκαράς φαντάρος, που μην αντέχοντας μιαν άδικη κατηγορία για κλοπή που είχε γίνει μές στο λόχο, ήρθε εδώ στην ερημιά, πέρασε  στο κεφάλι του μια θηλιά και κρεμάστηκε από το κλαρί της αχλαδιάς… Το φιλότιμο περίσσευε τότε… Ήταν η πρώτη φορά που είδα στη ζωή μου πεθαμένο…
   Ο μπάρμπα Θωμάς, τελικά απεδείχθη καλός άνθρωπος. Όσο για την σκληράδα του, αυτή δικαιολογείτο. Φύλακας ήταν, και όχι μπάστε σκύλοι αλέστε. Την πιτσιρικαρία την κουμαντάριζε. Αλλά τι γινόταν με τον μεγάλο μπελά του τους κυνηγούς; Τίποτα. Ό γερο-φύλακας είχε πέτρες, αυτοί δίκαννα. Ο αγώνας θα ήταν εκ προοιμίου άνισος. Στο Φάληρο είχε ο,τι πουλί μπορείς να φανταστείς. Παραθαλάσσιος, έρημος και χέρσος τόπος, ήταν πέρασμα. Εδώ έμαθα την μισή ιπτάμενη πανίδα της Ελλάδας: Ψαρόνια, τσίχλες, μελισσουργοί, κοκκινόκολοι, κοκκινολαίμηδες, καρδερίνες, σπίνοι, φλώροι, για να πάμε στα μεγαλύτερα: Τρυγόνια, κοτσίφια, ορτύκια, τσαλαπετεινοί, ήσαν τα πουλιά της περιοχής μας. Επόμενο ήταν οι κυνηγοί να κάνουν πάρτι, και την εποχή του κυνηγιού τα μπάμ-μπούμ να είναι στην ημερησία διάταξη…
   Από όλους τους γαμπρούς που πέρασαν από την Ιουλία, μόνο η επιθυμία του Μανώλη του Γαρυφαλλάκη ευοδώθηκε… Τον άφησα τελευταίο μιάς και η ιστορία με αυτόν είναι η πιο ενδιαφέρουσα, εφ’ όσον παίζει μέσα και ο θείος μου ο Χρήστος. Ο Μανώλης ξεκίνησε από εργάτης στις οικοδομές, έγινε τεχνίτης και μάλιστα άριστος, ήταν και νοικοκύρης, μαζεύει τα λεφτά του, αγοράζει λίγη ξυλεία για τα καλουπώματα και σιγά- σιγά εξελίσσεται σε μικροεργολάβο. Αυτός έχτισε το σπίτι της Ιουλίας, αυτός πολύ αργότερα και το σπίτι της θείας μου της Πόπης, ένα σπίτι που έμελε να παίξει τόσο σημαντικό ρόλο στην κατοπινή μου ζωή… Αυτός ο Μανώλης λοιπόν ξεχώρισε την Ελευθερία. Ήταν και όμορφη, ήταν και χωριάτισσα, και ως εκ τούτου πιο απονήρευτη από τις άλλες, τις πρωτευουσιάνες, του γυάλισε. Και αμέσως την ζητάει από τον …Αντώνη… «Και τι δουλειά έχω εγώ βρέ Μανώλη; Το κορίτσι έχει και πατέρα και μάνα… Αν ο σκοπός σου είναι τόσο σοβαρός, να τους ειδοποιήσουμε να κατέβουν»…  Το μόνο που έκανε ο θείος μου σαν πιο πεπειραμένος, ήταν να πιάσει πρώτα το κορίτσι: «’Ελα εδώ βρε Λευτερία… Τό και τό… Εσύ ξέρεις τίποτα;» Το κορίτσι κοκκίνισε… Όχι δεν ήξερε…  «Καλά. Για πες μου; Σου αρέσει; Ή όχι; Ξέρεις… σαν άντρας εννοώ, γιατί σαν άνθρωπος είναι πολύ καλός»…  Της Ελευθερίας της άρεσε. Εξ άλλου, σύμφωνα με τις   επιταγές της οικογένειας, η κάθοδός της στην Αθήνα είχε σαν απώτερο σκοπό τον γάμο… Εντάξει, η δουλειά κανονίστηκε. Κατέβηκε η μάνα της η κυρά Μαρία, αδερφή της Ιουλίας, και γνώρισε τον γαμπρό, της άρεσε, της μίλησε και ο Κούκης για το ποιόν του, ρώτησε και την κόρη της, όλα καλά. Τούς δίνει την ευχή της, και εδώ το πράγμα κόλλησε. Ο Μανώλης ήθελε ένα οικόπεδο να χτίσει ένα σπίτι, να στεγαστούν. Έλα όμως που η γονείς της Ελευθερίας δεν είχαν μία. Και αρχίζουν τα πήγαινε-έλα στο χωριό, οι ατέλειωτες συζητήσεις, τίποτα. Ο Μανώλης ήταν ανένδοτος: Όχι οικόπεδο, όχι γάμος… Το κακό ήταν πως η Ελευθερία που για πρώτη φορά είδε κάποιον άντρα να ενδιαφέρεται  γι’ αυτήν, τον ερωτεύτηκε… Και άρχισαν τα κλάματα… Έκλαιγε η Θεία η Μαρία από την απόγνωση, έκλαιγε και η μικρή από το μαράζι της αγάπης, καθώς, (όπως και εγώ ο απονήρευτος το είχα αντιληφθεί), ο Μανώλης την ψιλοχάιδευε, και της είχε ξυπνήσει την επιθυμία. Το πράγμα δεν προχωρούσε… Ο Μανώλης είχε βρεί κάποιο οικόπεδο εκτός σχεδίου δίπλα στο ρέμα της πικροδάφνης, αλλά χρειάζονταν 20 λίρες για την αγορά του… Λεφτά όμως δεν υπήρχαν… Και δεν ήσαν δα και λίγα!... Μια ζωή δούλεψε η Ιουλία για να  μαζέψει τόσα!... Μια  Κυριακή, ήρθε ο Χρήστος στο σπίτι μας και πέφτει πάνω στα δράματα: Η Ελευθερία να κλαίει με μαύρο   δάκρυ,   «αν  δεν  τον  πάρω  θα  σκοτωθώ»,  τέτοια… Ο Χρήστος μαθαίνει τα καθέκαστα από τον Αντώνη, και προσφέρεται να δανείσει αυτές τις λίρες άτοκα, και «όποτε έχουν λεφτά οι Ποντίκηδες, να μου τα δώσουν». Ποτέ δεν είχαν, ποτέ δε τα έδωσαν, αλλά και ποτέ ο Χρήστος δεν τα ζήτησε… Αυτός ήταν ο Χρήστος ο Μπαλής...
   Τα γλέντια της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς, συνεχίζονταν. Η παράδοση, παράδοση… Τώρα όμως που ο Αντώνης έμενε σε εξοχή, το γλέντι επεκτάθηκε… Όλοι μετά το ολονύχτιο τραπέζι των  Λαμπαδαράκηδων, ερχόντουσαν στον σπίτι μας για τα «κούλουμα»… Ο Λαμπαδαράκης, πάντα μερακλής, σήκωνε την ψαραγορά της Βαρβακείου, φέρνοντας κάτι πρωτόγνωρα σε μένα εδέσματα: Κυδώνια,  Καλόγνωμες, Μύδια, Γαρίδες, σωλήνες. (Τότε επιτρεπόντουσαν)…
   Την καθαρή Δευτέρα η Αλεξάνδρα κουβαλούσε μαζί της την μάνα της, την αδερφή της Νίκη,  και τον αδερφό της Βαγγέλη. Και λέω κουβαλούσε, γιατί-όπως γκρίνιαζε και η Ιουλία-το σπίτι ήταν μικρό. Και καλά να είχε γλυκό καιρό γεγονός πού θα βοηθούσε σε υπαίθριο τραπέζι. Αν όμως-πράγμα σύνηθες για τέτοια εποχή-έκανε κρύο; «Έλα, ρε Ιουλία, την καθησύχαζε ο Αντώνης. Μεταξύ μας είμαστε, θα χωρέσουμε»… Πάντως, εμείς τα παιδιά είχαμε εκείνη την μέρα την τιμητική μας, καθώς το πέταγμα του αητού ήταν η κύρια απασχόληση της ημέρας. Να πάμε πρωί-πρωί να αγοράσουμε το αητάκι, άλλος με το τριφύλλι, άλλος με τον δικέφαλο, άλλος με το σήμα του Ολυμπιακού, να κάνουμε τα ζύγια, να ψαλιδίσουμε εφημερίδες για να κάνουμε ουρές…  Είναι περιττό να αναφέρω ότι ο Μόλκης κατασκεύαζε μόνος του τον αητό του, με «μάνες» από καλάμια, και αλευρόκολλα;
    Η γιαγιά του Θοδωράκη, του αξαδέρφου μου, ήταν μαμή. Δεν έμαθα ποτέ το όνομά της. Όλοι την ξέρανε: «Η Μαμή». Αυτή με είχε ξεγεννήσει, στο σπίτι που έμενε η μάνα μου. Ήταν υπέρ το δέον αθυρόστομη: « Είχες ένα τσουτσουνάκι τόσο δα, ρε μπαγασάκο», μου έλεγε. Και ύστερα, στο τραπέζι, προχωρούσε σε πιο χοντρά. Έκανε, ας πούμε, η Ιουλία ένα ρολό  κιμά στο φούρνο, και η Μαμή σχολίαζε: «Μωρή Ιουλία; Τι είν αυτή η πούτσα;»… Ή, πάλι, βλέποντας τα ανοιχτά μύδια, έλεγε:  «Μωρέ, ίδια μουνιά είναι αυτά!», μη παραλείποντας να κάνει και τον γνωστό παραλληλισμό του χταποδιού με το «άλλο», που «όσο το χτυπάς απλώνει»… Και όταν οι άλλοι της έκαναν παρατήρηση δείχνοντας με τρόπο εμάς τα ανήλικα, έλεγε: «Μμμμ… Σιγά τα μπρόκολα καλέ… Ας τα μάθουν σωστά όταν θα πάνε στο σχολείο. Περιδιαγραμμάτου: Πέος ο κιμάς, αιδοίο το μύδι… Χαχαχαχα»…  Η Νίκη, η κόρη της που ήταν υπαρξίστρια, καθώς έμενε στην ίδια γειτονιά με τον περιώνυμο Σίμο, στην πλατεία Κουμουνδούρου, έλεγε κι αυτή κάτι περίεργα: «Τι θέλει ο άνθρωπος για να τη βγάλει; Ένα τσιγαριλίκι  κι ένα μπακλαβά!…» Ο Βαγγέλης, ο γιός της, έκανε ένα νούμερο πάντα το ίδιο. Έχω παρατηρήσει ότι ορισμένοι άνθρωποι κάνουν ή λένε τα ίδια αστεία, πάντα στους ίδιους ανθρώπους. Καμιά φορά συλλαμβάνω κι εγώ τον εαυτό μου να το κάνει. Φταίνε όμως και οι άλλοι, που ζητούν από τον ίδιο άνθρωπο την ίδια χιλιοειπωμένη ιστορία, εκείνη που ήδη έχουν χιλιοακούσει… Έτσι λοιπόν, κι εκείνη την Καθαρή Δευτέρα,  και αφού η ρετσίνα είχε ρεύσει άφθονη, αρχίζουν τα χάχανα και οι παρακλήσεις: «Έλα ρε Βαγγέλη!... Κάνε μας το βιολί… Έλα ρε Βαγγέλη!..». Ο Βαγγέλης, που στην αρχή τάχα μου αρνιόταν, στο τέλος «ενδίδει»… Κατεβαίνει στο υπόγειο για να ετοιμάσει το νούμερο, και ύστερα από λίγο εμφανίζεται σαν βιολιστής. Ανεβαίνει σ’ ένα σκαμνί και αρχίζει να κουνάει πέρα-δώθε ένα ραβδάκι,(το δοξάρι), πάνω σε ένα τεντωμένο ξύλο που είχε περάσει μέσα από το μανίκι του σακακιού του. Κάποια στιγμή, το ελεύθερο χέρι του,  κατεβαίνει μέσα από το πουκάμισο, μέχρι το υπογάστριό του. Συνεχίζει να παίζει το βιολί του, ώσπου……
   Ο Θοδωράκης με σκουντάει με τον αγγόνα του: « Τώρα θα βγάλει έξω το πουλί του», μου λέει πονηρά… Και πράγματι, ενώ συνέχιζε ο Βαγγέλης το βιολί, κάνει μια έτσι και αρχίζει να βγάζει το δείκτη του χεριού του απο μπροστά χαμηλά, αφού ήδη τα κουμπιά  του τα είχε από πρίν ξεκούμπωτα. Επαναλαμβάνει δυό-τρείς φορές την κίνηση, και στο τέλος υποκλίνεται στο κοινό του κρατώντας τώρα το δοξάρι με το δάχτυλο που έβγαινε από το κάτω μέρος… Η ομήγυρη ξεσπάει σε χειροκροτήματα : «Μπράβο ρε Βαγγέλη… Να σαι καλά!»... Και η Μαμή, ακάθεκτη, κλείνει την παράσταση κουνώντας το κεφάλι της  αποφθεγματικά: «Να ήταν η ψωλή  βιολί, θα ήσαν όλοι βιρτουόζοι»… (!!!!!!!!!!)…… Τα θαυμαστικά είναι δικά μου. Προστίθενται τώρα που καταλαβαίνω τι εννοούσε, μιάς και τότε δεν κατάλαβα τίποτα…. Κατάλαβα όμως ένα χρόνο αργότερα…
   Ο Θοδωράκης, ήταν δυό χρόνια μεγαλύτερος από μένα. Ασφαλώς πιο πονηρεμένος. Το Καλοκαίρι ήρθε η θειά μου η Πόπη από την Συρία. Ένα απόγευμα ήρθε και στην Ιουλία με μια παλιά φίλη της από το μπαλέτο του «Ακροπόλ», επίσης παντρεμένη με Σύρο. Ήταν μια γυναικάρα άλλο πράμα. Κάτι σαν τη Σπεράντσα Βρανά… Τότε δεν θα μπορούσα να μιλάω γι αυτήν έτσι, αλλά ούτε και να κάνω την σύγκριση, μιάς και δεν θα το καταλάβαινα. Το λέω τώρα που την φέρνω στο νου μου. Ο Θοδωράκης όμως την έβλεπε με διαφορετικό μάτι, μάτι που χωνόταν επίμονα στο πράγματι πλούσιο ντεκολτέ της κυρίας Άννας. Έτσι έλεγαν την φίλη της θείας μου. Ύστερα από λίγο φύγαμε για να πάμε να παίξουμε στο ρέμα. Όταν φτάσαμε και κατεβήκαμε κάτω, μου λέει ο Θόδωρος: «Τι γυναικάρα είναι αυτή ρε Δημήτρη; Είδες τι βυζιά έχει; Κάτσε τώρα να δεις κάτι»… Και μου έδειξε…
   Και εγώ, έμαθα τότε, σε ηλικία 12 χρονών, ότι αυτό που έχουν τα αγόρια εκεί κάτω, και που είναι διαφορετικό από αυτό που έχουν τα κορίτσια, δεν το έχουν μόνο για να κάνουν τσίσα…


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΑ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ                       

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου